E-journal «Εντελέχεια» · Τεύχος 1

Channeling, αγυρτεία και αμετροέπεια

Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια ιδιαίτερη αύξηση του αριθμού των ανθρώπων που ασχολούνται με το channeling, είτε ως διάμεσα, είτε ως δέκτες.

Δέκτης, στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι το άτομο που, δεχόμενο ότι υπάρχει ένας βαθμός αλήθειας στα λεγόμενα του channeler, παρακολουθεί -συχνά παθητικά- την ομιλία, ζητώντας να προσδιορίσει τη δική του θέση μέσα στο σύμπαν και τον κατάλληλο τρόπο δράσης, με βάση τα όσα μεταφέρονται.

Channeler, ‘κανάλι’ ή ‘δίαυλος’, από την άλλη, είναι το άτομο που μεταφέρει ενέργειες από την «άλλη πλευρά» του πέπλου στο γήινο πεδίο, μεταφράζοντάς τες σε μηνύματα μέσω του προφορικού λόγου ή/και της γραφής. Στην πραγματικότητα, οι ενέργειες αυτές μπορεί να εκφραστούν επίσης μέσα από κάποιο είδος Τέχνης, ή ακόμα να περάσουν αυτούσιες στον δέκτη, όπως στις περιπτώσεις κάποιων μορφών εναλλακτικής θεραπευτικής και μυητικών πρακτικών. Ωστόσο, συνηθίζεται ο όρος «channeler” να αποδίδεται σε όσους μεταφράζουν την ενέργεια σε λόγο.

Τα πράγματα όμως γίνονται λίγο πιο περίπλοκα, όταν επιχειρήσει να εξηγήσει κανείς, τι σημαίνει η λέξη «ενέργεια». Ας δούμε μερικές ερμηνείες:

Σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη:

Ενέργεια είναι η πράξη, κίνηση, λειτουργία, που τείνει να μεταβάλει μια κατάσταση, να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα. 1. Πράξη, δράση, κίνηση, προσπάθεια για τη δημιουργία αποτελέσματος 2. Στη φυσική, ενέργεια ονομάζεται η ιδιότητα ενός σώματος να παράγει έργο. Επίσης, είναι ό,τι μπορεί να μεταβληθεί σε μηχανικό έργο, ή ό,τι παράγεται από την κατανάλωση μηχανικού έργου. 3. Δράση, επενέργεια.

Αντίστοιχα, το ρήμα ‘ενεργώ’ σημαίνει: πραγματοποιώ ορισμένη ενέργεια, προσπάθεια, για να επιτύχω ένα ορισμένο αποτέλεσμα / φέρω αποτέλεσμα.

Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι στην αρχαία Ελληνική, (σύμφωνα, με το «Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης» του Ιωάννη Σταματάκου), το ρήμα ‘Ενεργώ’ σημαίνει «εμποιώ ή δημιουργώ (παράγω) τι εντός τινός», και αυτή η ερμηνεία αποδίδει άριστα την έννοια της ενέργειας στη δική μας περίπτωση.

Σε μια προσπάθεια ελεύθερης διασκευής, θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι, ‘ενέργεια’ είναι αυτό που προκαλεί αλλαγές μέσα στο κάθε τι, και μέσα από το κάθε τι, επιδρά σε κάθε τι άλλο. Για όσους ασχολούνται με την εναλλακτική θεραπευτική, η ‘ενέργεια’ ταυτίζεται με την ίδια τη δύναμη της ζωής.

Αφού λοιπόν αποσαφηνίσαμε, κατά το μέτρο του δυνατού, τι σημαίνει channeler, δέκτης και ενέργεια, μένει να δώσουμε έναν ορισμό για αυτό που αποκαλούμε «άλλη πλευρά του πέπλου». Σε γενικές γραμμές, σημαίνει το επέκεινα, αυτό που υπάρχει στην αντίπερα όχθη, δηλαδή την πραγματικότητα που υπάρχει στην «άλλη ζωή», για την οποία ωστόσο υπάρχουν πάρα πολλές δοξασίες. Το ‘πέπλο’, είναι αυτό που διαχωρίζει τον δικό μας κόσμο από τον άλλο, την ύλη από το πνεύμα και λειτουργεί ως πέπλο της λήθης αφού, ερχόμενοι σε τούτο τον κόσμο, ξεχνούμε ό,τι υπάρχει στην άλλη πλευρά. Ακόμα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το κατώφλι στο οποίο το συνειδητό μεταπίπτει στο ασυνείδητο, και τανάπαλιν.

Έτσι, έχουμε μιλήσει για μία ενέργεια, έναν δίαυλο, και έναν ή περισσότερους δέκτες. Το μεγάλο ερώτημα όμως, που αποτελεί και σημείο τριβής για πολλούς, είναι «ποιος είναι ο πομπός;»

Οι ερμηνείες είναι πάμπολλες –ίσως όσοι και οι άνθρωποι- και απορρέουν από τις προσωπικές πεποιθήσεις των ανθρώπων για το επέκεινα, όπως έχουν διαμορφωθεί από τις επιρροές του θρησκευτικού/κοινωνικού συστήματος από το οποίο προέρχονται. Ωστόσο, στη σύγχρονη εποχή όπου η διάχυση της πληροφορίας είναι εκτεταμένη και ταχύτατη –κάτι που υποστηρίζει τον συγκρητισμό-, είναι συνηθισμένο να αποδίδονται οι πληροφορίες σε οντότητες ‘πολιτογραφημένες’ σε πολλές διαφορετικές θρησκείες και συστήματα. Η αφομοίωση της πληροφορίας και η ενσωμάτωση των ‘ξενόφερτων’ συμβόλων και αρχετύπων σε ένα δεδομένο σύστημα που στην αρχαιότητα θα χρειαζόταν δεκαετίες για να συμβεί, τώρα γίνεται εν ριπή οφθαλμού!

Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι αυτό δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με τις πληροφορίες που λαμβάνει ένας δίαυλος –και όμως έχει. Χαρακτηριστικό του διαυλισμού είναι ο συντονισμός με την πηγή της πληροφορίας και, θεωρητικά, όσα περισσότερα σημεία αναφοράς διαθέτει ένας καλός δέκτης, τόσες περισσότερες πηγές μπορεί να προσεγγίσει. Κι επειδή συχνά υπάρχει ο φόβος μιας ακατάλληλης επιρροής, κάποιοι channeler δίνουν συγκεκριμένες οδηγίες για το πώς μπορεί κανείς να βεβαιωθεί ότι ένα μήνυμα προέρχεται από μια οντότητα του φωτός, και συνιστούν στους δέκτες να ασκούν την αρετή της διάκρισης ώστε να αποφεύγουν να παρασυρθούν από λανθασμένα μηνύματα.

Δεδομένου ότι, μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει κάποια αδιαμφισβήτητη επιστημονική απόδειξη για την ύπαρξη της ‘άλλης πλευράς’ (αν και κάποιοι πιστεύουν ότι η θεωρίες των κβάντα και των υπερχορδών τείνουν προς αυτή την κατεύθυνση), οι σκεπτικιστές καταλήγουν να βλέπουν το όλο θέμα απαξιωτικά. Από την άλλη πλευρά όμως, ακόμα και αν αποδεχτούμε ότι η πραγματικότητα της άλλης πλευράς είναι μια απλή υπόθεση και ότι κάθε σχετικός χαρακτηρισμός είναι καθαρά υποκειμενικός, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε την επίδραση που ασκεί η ροή της ενέργειας τόσο στον ίδιο τον channeler, όσο και στον/τους δέκτες.

Αφήνοντας, για την ώρα, την ανάλυση των στοιχείων που αφορούν την ‘άλλη πλευρά’ και όσα ανάγονται τελικά σε αυτή (όπως π.χ οι έννοιες του ανώτερου εαυτού, της ψυχής, κ.λπ), καθώς επίσης και ότι αφορά την επεξεργασία από μέρους του δέκτη, ας εστιαστούμε για λίγο στα αποτελέσματα της ενέργειας πάνω στον δίαυλο. Η αρχική ώση της ενέργειας, μπορεί να γίνει αντιληπτή από το συνειδητό με αρκετούς τρόπους, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του δίαυλου. Συνήθως έρχεται με τη μορφή μιας εσωτερικής ομιλίας από ένα τρίτο πρόσωπο ή μιας ξεκάθαρα διατυπωμένης σκέψης, που δεν φαίνεται να ακολουθεί τον υφιστάμενο ειρμό λεκτικά ή ενεργειακά. Άλλες φορές πάλι έρχεται ως εσωτερική εικόνα (όραμα) ή σαν ένα ‘πακέτο’ εικόνας / σκέψης / ήχου, που είναι σαφώς διαφοροποιημένο από το τρέχον νοητικό περιβάλλον. Σε ορισμένες, πιο σπάνιες, περιπτώσεις, η φωνή φαίνεται να έρχεται απ’ έξω, ενώ συχνά αναφέρονται και αισθήσεις στο φυσικό σώμα (μπορεί να είναι ένα γενικό αίσθημα θερμότητας, ένα έντονο αίσθημα καύσου σε συγκεκριμένες περιοχές του σώματος, απαλά σπρωξίματα, ευθυγράμμιση της σπονδυλικής στήλης, κ.ά). Αντί όλων αυτών πάλι, είναι πιθανό ο/η channeler να νιώσει απλά την ενέργεια να ανεβαίνει (π.χ. σαν ένα μπαλόνι που φουσκώνει), και στη συνέχεια να αρχίσει να την μεταφράζει σε λόγο, μιλώντας από αυτή. Τελικά, όταν έχει εγκατασταθεί η ροή, η εισερχόμενη ενέργεια ταυτίζεται με του channeler, ο οποίος έχει την αίσθηση ότι μιλάει ο ίδιος, παρακολουθώντας ταυτόχρονα όσα λέει, μέχρι τη στιγμή που, μια διακύμανση της ενέργειας θα δημιουργήσει και πάλι διχασμό του ρεύματος, αναγκάζοντάς τον να επανασυντονιστεί.

Αναμφίβολα, τα παραπάνω μπορούν να ερμηνευθούν με περισσότερους από έναν τρόπους - ο γιατρός, ο ψυχαναλυτής, ο ψυχίατρος, ο ιερέας, ο σαμάνος, και ίσως ακόμα ο δικηγόρος, έχουν πολλά να πουν. Το βασικότερο όλων όμως, είναι η ερμηνεία που δίνει ο ίδιος ο δίαυλος στην πληροφορία που παίρνει, και ο τρόπος με τον οποίο τη διαχειρίζεται για τον εαυτό του και τους άλλους. Τα αισθήματα που είτε κατακλύζουν τον δίαυλο, είτε υφέρπουν και είναι συχνά δύσκολο να ανιχνευθούν, καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα, που περιλαμβάνει ιδέες μεγαλείου για το σημαντικό έργο που προσφέρει στην ανθρωπότητα, οργή απέναντι στους άλλους ή θλίψη όταν το μήνυμά του δεν γίνεται αποδεκτό, ζηλοφθονία απέναντι σε κάποιους που θεωρεί καλύτερούς του ή πιο ευνοημένους, ενοχή όταν διαπιστώνει ότι δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί επαρκώς στο ‘κάλεσμα’ και να είναι ένας αρκετά καθαρός αγωγός, σύγχυση όταν νιώθει ανίκανος να ερμηνεύσει κάποια σημεία, οργή και αίσθημα ανικανότητας όταν δεν επαληθεύονται τα μηνύματα που παίρνει, αίσθημα ματαιότητας όταν διαπιστώνει ότι ο κόσμος δεν αλλάζει αρκετά γρήγορα και τέλος απάθεια όταν καταφέρει να εμπιστευτεί αυτή την εσωτερική πηγή και διαπιστώσει ότι όλα είναι όπως πρέπει να είναι.

Δεδομένου ότι το αντικείμενο είναι από τη φύση του ασαφές, και είναι μάλλον απίθανο να έχει προηγηθεί μια ολοκληρωμένη εκπαίδευση, η αίσθηση της ορθής διαχείρισης της πληροφορίας –με την έννοια της διαχείρισης που διέπεται από την κοινή λογική- έρχεται συνήθως σαν αποτέλεσμα της μακρόχρονης εμπειρίας, η οποία φέρνει μαζί της επίσης και μια διαρκώς εξελισσόμενη αντίληψη γι’ αυτό που είναι ο ίδιος και για το έργο που επιτελεί.

Κατά κανόνα, όταν μιλάμε για channeling, έχουμε στο νου μας την επικοινωνία με οντότητες και ενέργειες σαφώς διακριτές από τον δικό μας εαυτό (ίσως, αν δεν τις θεωρούσαμε τέτοιες, να κάναμε απλά Τέχνη).

Εδώ όμως εμφανίζεται ένα πρόβλημα. Μας διαφεύγει ότι ο ορισμός μας για τον εαυτό περιλαμβάνει μοναχά αυτό που υπάρχει ανάμεσα στο καπέλο και τα παπούτσια μας, δηλαδή τη φυσική μας υπόστασή. Με άλλα λόγια, όσο έντονα και αν οραματιζόμαστε τον εαυτό μας ως έναν «πελώριο λαμπερό άγγελο», στην πραγματικότητα προβάλουμε τους περιορισμούς του νου μας -που μπορεί να εκφραστεί μόνο με τους όρους της μορφής- στον τρόπο λειτουργίας του Πνεύματος. Ανάλογα, θεωρούμε ότι οποιαδήποτε έκφραση ξεφεύγει από τον συνήθη τρόπο εκδήλωσης του ψυχισμού μας, προέρχεται και κατευθύνεται από μία άλλη διάσταση, ένα άλλο πεδίο, το οποίο κατοικείται αντίστοιχα από «άυλες» οντότητες, οι οποίες πάντως διαθέτουν μια συγκεκριμένη μορφή.

Έτσι, στο σημείο αυτό θα διατυπώσουμε τον εξής ορισμό, που θα μας βοηθήσει να δούμε λίγο πιο καθαρά το ρόλο του διαύλου: «κάθε τι που έρχεται στο κατώφλι του συνειδητού, είναι κτήμα του εαυτού». Δηλαδή, από τη στιγμή που μια πληροφορία (ή ενέργεια), οποιαδήποτε και αν είναι κατά τη γνώμη μας η πηγή της, εισέλθει στο συνειδητό πεδίο, περιέρχεται στην ευθύνη του εαυτού. Κι αυτή η τοποθέτηση, είναι καθοριστικής σημασίας για την ‘ορθή’ διαχείριση της πληροφορίας.

Η ευθύνη είναι συνώνυμη της ελευθερίας της επιλογής και, ουσιαστικά, ευθέως ανάλογη της δύναμης που μπορούμε να διαχειριστούμε. Το να θεωρήσει λοιπόν κανείς ότι ο τρόπος που διαχειρίζεται την πληροφορία επιβάλλεται από τα εσωτερικά πεδία χωρίς να έχει ο ίδιος τη δυνατότητα να παρέμβει, αποτελεί θυμαπάτη (ακριβώς όπως και στην περίπτωση που, συνειδητά ή υποσυνείδητα, θέλουμε να παρακάμψουμε ή να ‘ξεγελάσουμε’ την εισερχόμενη ενέργεια ή την ενοικούσα διάνοια και ‘να βάλουμε λόγια στο στόμα της’).

Θέλουμε και συμβαίνει. Σε κάποια στιγμή της ζωής, ερχόμενοι σε επαφή με διάφορες πληροφορίες γονιμοποιούμαστε από ορισμένες ιδέες που, την κατάλληλη στιγμή, θα δώσουν τον καρπό τους. Ακόμα και αν δεν είναι μια συνειδητή διαδικασία – και συνήθως δεν είναι - η συμμετοχή της προσωπικότητας παίζει καθοριστικό ρόλο.

Το Πνεύμα (που κάποιοι το παραλληλίζουν με το ασυνείδητο) πάντοτε σεβόταν την προσωπικότητα των ανθρώπων –οι άνθρωποι όχι. Το Πνεύμα συνομολογεί την αλήθεια μας, αποδέχεται τις προτάσεις μας, είναι απόλυτα δεκτικό απέναντι σε ό,τι του ζητήσει η καρδιά μας. Η καρδιά έχει μεγάλη σημασία για το Πνεύμα, γιατί είναι ο τρόπος, η θύρα επικοινωνίας με την «άλλη πλευρά». Θα ήταν εξίσου σωστό να λέγαμε ότι η καρδιά είναι η θύρα επικοινωνίας ανάμεσα στον συνειδητό και τον ασυνείδητο εαυτό.

Κατανοώντας λοιπόν την προσωπική ευθύνη, μπορούμε επίσης να αντιληφθούμε ότι κανένας δεν έρχεται να μιλήσει μόνος. Το να θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος γίνεται έρμαιο κάποιων ξένων οντοτήτων, υποδηλώνει απλά τη δική μας αδυναμία να κατανοήσουμε την ιερότητα του ανθρώπου και το πραγματικό του δυναμικό. Τα πάντα είναι αποτέλεσμα συν-δημιουργίας και, είτε θεωρούμε ότι η εισερχόμενη ενέργεια προέρχεται από το δικό μας ασυνείδητο είτε ότι αποτελεί έκφραση μιας ‘συγκεκριμένης’ οντότητας, δεν θα πρέπει να χάνουμε από τα μάτια μας το γεγονός της δικής μας κυριαρχίας. Η παραχώρηση αυτής της κυριαρχίας και της δύναμής μας σε οτιδήποτε ή οποιονδήποτε άλλο, είναι η πηγή κάθε δυσαρμονίας. (Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι, αν υπήρξε ποτέ ένα προπατορικό αμάρτημα, αυτό δεν ήταν ότι η Εύα και ο Αδάμ έφαγαν από το Δέντρο της Γνώσης, αλλά μάλλον ότι πίστεψαν πραγματικά πως η Γνώση υπήρχε έξω από αυτούς.)

Κι εδώ, στην αντίληψη ότι η θέλησή μας μπορεί να άγεται και να φέρεται από οποιεσδήποτε εξωτερικές συνθήκες/οντότητες, μπαίνει η έννοια της αμετροέπειας που χαρακτηρίζεται από το στοιχείο της δράσης χωρίς ανταπόκριση. Δηλαδή η έννοια του μέτρου ως κανόνα που καθορίζει και χαρακτηρίζει κάτι άλλο, παύει να υφίσταται. Κι επειδή ένας κανόνας δεν υπάρχει από μόνος του αλλά είναι απλά η νοητική έκφραση μιας δεδομένης τάξης/σχέσης, δεν μπορεί να υφίσταται αν δεν υπάρχουν περισσότεροι του ενός παράγοντες. Η λέξη ‘αμετροέπεια’ λοιπόν υποδηλώνει ουσιαστικά την έλλειψη αντιστοιχιών.

Κατά μία έννοια, το να περιμένουμε ότι το Πνεύμα θα εκφραστεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε δεδομένα του φυσικού πεδίου, αποτελεί αμετροέπεια, αφού του στερούμε εκ προοιμίου τη δυνατότητα της αλληλεπίδρασης. Σ’ αυτή την περίπτωση, έχουμε ενέργειες που εκφράζονται χωρίς ‘αντάλλαγμα’, χωρίς αλληλεπίδραση· συνεπώς, ρέουν μεν ελεύθερα αλλά διαχέονται, και επαφίενται στην εργατικότητα ορισμένων μελετητών και επιστημόνων να τις γειώσουν συνδέοντάς τες με συγκεκριμένες αντιστοιχίες και σύμβολα, με τρόπο ώστε να παράγουν ένα συγκεκριμένο έργο, τόσο στο φυσικό πεδίο, όσο και στη συνειδητότητα των ανθρώπων.

Επιπλέον, το να θεωρούμε ότι το Πνεύμα οφείλει, με τον δικό του θαυμαστό τρόπο, να υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους, υποδηλώνει μάλλον τη δική μας ατελή άποψη για τη σχέση μεταξύ Πνεύματος και Ύλης τα οποία όμως, κατά μία άλλη άποψη, δεν υπάρχουν για να αντιμάχονται το ένα το άλλο, αλλά για να αλληλοσυμπληρώνονται και να βρίσκονται σε μία διαρκή αγαπητική σχέση. Και αν, όπως έχει ειπωθεί, «η Μητέρα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Πατέρας βλέπει τον εαυτό του», θα ήταν ίσως καταλληλότερο να σκεφτούμε ότι, αυτό που φαίνεται στα μάτια μας ως «θαύμα» είναι απλά η φυσική εκδήλωση μιας νομοτελειακής σχέσης, η οποία δεν μας είναι ακόμα γνωστή. Με μία έννοια λοιπόν, η άρνησή μας να αποδεχτούμε την πιθανότητα ύπαρξης μιας νομοτελειακής σχέσης πίσω από το φαινόμενο του διαυλισμού (όπως και πίσω από οτιδήποτε άλλο), να την αναζητήσουμε και να προσπαθήσουμε να τη διατυπώσουμε με τρόπο κατανοητό για τον συνειδητό νου, αποτελεί άλλη μία ένδειξη αμετροέπειας.

Τώρα, το γεγονός ότι κάποτε, μέσα στην αμετροέπειά μας, αποφασίζουμε ότι δεν χρειάζεται να επιδιώξουμε ένα υψηλότερο επίπεδο κατανόησης, αλλά επιζητούμε να διαμορφώσουμε και τις απόψεις των άλλων σύμφωνα με τον δικό μας περιορισμένο τρόπο αντίληψης, κάνοντάς τους δέσμιους της δικής μας θυμαπάτης και μάλιστα συχνά έναντι μιας αδρής αμοιβής, εμπίπτει στον ορισμό της αγυρτείας.

Με άλλα λόγια, πέφτουμε σε μια βαθιά αντίφαση: παρά το ότι φαινόμαστε να θεωρούμε πως η ενέργεια που εκφράζουμε έχει ‘θεία’ προέλευση, αποφασίζουμε να μην της επιτρέψουμε να συνδεθεί και να αντιστοιχηθεί άμεσα με τα κατάλληλα σημεία αναφοράς στην ψυχική & φυσική δομή κάποιου άλλου παρά μόνο α) μέσω του δικού μας τρόπου αντίληψης και β) μέσω μιας συγκεκριμένης αντιστοιχίας, αυτής του χρήματος.

Το πρώτο βέβαια είναι μάλλον αναπόφευκτο αφού, ούτως ή άλλως, κάθε φορά που μεταφέρουμε μία ενέργεια ή πληροφορία, αυτή χρωματίζεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό από την προσωπική μας αντίληψη. Κατά συνέπεια, αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η δική μας επίγνωση σε συνδυασμό με τη φροντίδα μας να βοηθήσουμε τους άλλους να κατανοήσουν τους περιορισμούς μας και να τους ενθαρρύνουμε να διαμορφώσουν τη δική τους άποψη.

Όσον αφορά δεύτερο, δεδομένου ότι πρόκειται για μια επίπλαστη αντιστοιχία ενέργειας / ύλης / έργου (κάτι που έχει γίνει καταφανές με τον πιο δυσάρεστο τρόπο τα τελευταία χρόνια), και δεν είναι παρά ένα κατασκεύασμα του ανθρώπινου νου που δεν χρησιμεύει, το ίδιο, στην κάλυψη οποιασδήποτε πραγματικής ανάγκης, το αποτέλεσμα της επίδρασης της ενέργειας στη συνειδητότητα του δέκτη χρωματίζεται από τη θυμαπάτη που διέπει το πεδίο αυτής της αντιστοιχίας.

Λέγεται, και η υποφαινόμενη συμφωνεί απόλυτα, ότι τα πάντα είναι αποτέλεσμα συν-δημιουργίας και κάθε άτομο αντιλαμβάνεται και αντιδρά σύμφωνα με το μέτρο της δικής του κατανόησης. Έτσι η παραπάνω τοποθέτηση, που είναι αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας, δεν έχει σκοπό να κρίνει οποιαδήποτε προσωπική επιλογή, αλλά μάλλον να δώσει τροφή για σκέψη και να παρέχει ένα κίνητρο ενδοσκόπησης σε όσους βαδίζουν συνειδητά στο μονοπάτι της αυτογνωσίας.

Πρώτη δημοσίευση: e-journal «Εντελέχεια», Τεύχος 1. Οι αναφορές δημιουργού και δικαιωμάτων διατηρούνται όπως εμφανίζονται στο αρχικό τεύχος.