Οι Δια-Λογισμοί της Ευτυχίας
Το Καφέ
2007
Κρατάς τα μάτια κλειστά για λίγο και αναλογίζεσαι το αύριο.
Γειώνεις τη συνειδητότητά σου στο τώρα και αντιμετωπίζεις το χθες σαν να ήταν παρόν. Χωράς και τις τρεις αντιλήψεις του χρόνου στο τώρα.
Παρόν, παρελθόν και μέλλον γίνονται ένα κι εσύ κοιτάς στο άπειρο, γνωρίζοντας ότι την ίδια στιγμή βρίσκεσαι παντού.
Έρχεσαι και ζητάς από τον Ενώχ να σου δείξει τα κλειδιά του.
Αυτός σε πλησιάζει και βγάζει από την τσέπη του πέντε σπόρους σκούρους καφέ, άσπρους και μαύρους.
Μετασχηματίζονται. Γίνονται ένα μπροστά στα μάτια σου και από αυτούς φυτρώνει ένα δάσος……… Το δάσος γίνεται ένα σύμπαν ολόκληρο που σε αγκαλιάζει.
Κοιτάς τα κλαδιά των δέντρων…..τους κορμούς, τις ρίζες που προεξέχουν από το χώμα. Έρχεσαι και κάθεσαι σε μια από αυτές.
Γίνεσαι ένα με τη ρίζα. Σιγά – σιγά βυθίζεσαι στη γη και ανοίγεις τον δρόμο σου μέσα από το χώμα και τις πέτρες. Τρυπάς τον βράχο και τον διαπερνάς. Νιώθεις το βρεγμένο χώμα να σε ποτίζει ολόκληρο/η και να σε διαπερνά για να ανέβει ψηλά, στον κορμό, στα κλαδιά και στο φύλλωμα.
Ξεσκεπάζεσαι για λίγο από τη γη, αφήνεις για λίγο το φως να σε ζεστάνει και συνεχίζεις ακόμα βαθύτερα, εκεί που δεν υπάρχουν πια έντομα, δεν υπάρχουν τυφλοπόντικες ούτε λάσπη, παρά μόνο βράχος και νερό. Εκεί τρυπώνεις και αφήνεσαι………και ξεχνάς.
Σιγά – σιγά, αρχίζεις να συνηθίζεις στο σκοτάδι της γης. Αρχίζεις και «βλέπεις» με την αφή, με την όσφρηση, με την ακοή….. Τα μάτια σου μαθαίνουν να συλλαμβάνουν το φως της ύλης και να βλέπουν μέσα από αυτήν.
Ο αέρας στην επιφάνεια φυσά και παρασύρει τα φύλλα των δέντρων. Κάνει τους κορμούς των δέντρων να σείονται και εσύ, τρυπωμένος στη σταθερότητα του βράχου, μπορείς να νιώσεις τον απόηχο των κραδασμών. Ανησυχείς. Καταλαβαίνεις ότι κάτι συμβαίνει και δεν σου αρέσει. Φοβάσαι ότι κάτι θα γίνει και θα σε ξεριζώσει από την ασφαλή κρυψώνα σου.
Μετά έρχεται η βροχή. Νιώθεις τις σταγόνες του νερού που διαπερνούν το χώμα να γίνονται μυστικά ρυάκια, υδάτινες γραμμές στη σχισμή του βράχου και διψασμένος ρουφάς το νερό.
Η βροχή δέρνει τα κλαδιά του δέντρου, μα εσύ μπορείς να ακούσεις μόνο ένα υπόκοφο βουητό που δεν μοιάζει καθόλου με βροχή, και νιώθεις την πίεση του βάρους από ψηλά ακόμα πιο μεγάλη…… νιώθεις να γίνεσαι ένα με τον βράχο και τα ρυάκια μεγαλώνουν και σε καλύπτουν.
Ρουφάς όλο και περισσότερο νερό, όσο μπορείς……..μέχρι που δεν παίρνει άλλο, και περιμένεις να φύγει το υπόλοιπο με τον καιρό.
Ύστερα, έρχεται ο ήλιος, μα εσύ δεν ξέρεις πώς μοιάζει. Αυτό που μπορείς να αντιληφθείς μόνο, είναι ότι το χώμα γύρω σου γίνεται πιο ζεστό και πιο ελαφρύ. Μπορείς να νιώσεις ακόμα ότι κυλά περισσότερη ζωή στις φλέβες σου, περισσότερη ενέργεια. Σου αρέσει. Νιώθεις ότι βρίσκεσαι στον παράδεισο.
Και ο χρόνος κυλά. Το εσωτερικό σου ρολόι σου δείχνει πως η γήινη παρουσία σου τελειώνει.
«Θα πεθάνω;» σκέφτεσαι. «Τώρα θα τελειώσουν όλα και δεν θα υπάρχω πια;»
Όμως το πνεύμα του δέντρου σε επισκέφτεται.
- Δεν είναι έτσι, σου λέει, χρειάζομαι την παρουσία σου πιο ψηλά. Αυτή η ρίζα δεν μπορεί να προχωρήσει άλλο πια. Πήγε όσο πιο βαθιά μπορούσε αλλά δεν μπορεί να διαπεράσει περισσότερο τον βράχο……θα έρθουν άλλες για να συνεχίσουν αυτήν τη δουλειά.
Ζητάς βοήθεια:
- Τι να κάνω Πνεύμα του Δέντρου;
- Ακολούθησέ με, σου απαντά. Δεν χρειάζεται να μείνεις κρυμμένος σ’ αυτό το αδιέξοδο άλλο πια. Θα σου δείξω τον καινούριο σου τόπο.
Αφήνεις το Πνεύμα του Δέντρου να σε οδηγήσει. Υποψιάζεσαι πάρα πολλά πράγματα. Τι εννοεί το Πνεύμα όταν λέει ότι σε χρειάζεται πιο ψηλά; Τι μπορεί να κάνει κανείς πιο ψηλά από το χώμα; Εκεί βρίσκεται όλη η ουσία της ζωής. Εκεί βρίσκεται η τροφή και το νερό. Όσο πιο βαθιά πήγαινες, τόσο πιο πολύ νερό έβρισκες………ψηλά τι μπορεί να βρει κανείς;
Το Πνεύμα σε τραβάει από το χέρι βιαστικό. Νιώθεις το βάρος του χώματος να εξαφανίζεται. Ποτέ δεν πίστευες ότι μπορείς να είσαι τόσο ελαφρύς……….και ακόμη ζωντανός. Εξακολουθείς να βρίσκεσαι στην αγκαλιά του Πνεύματος του Δέντρου αλλά νιώθεις ότι πετάς. Αρχίζεις να αναθαρρεύεις……….μέχρι που το Πνεύμα σε ρίχνει στο απόλυτο σκοτάδι.
Τότε, τρομάζεις πραγματικά.
Πνεύμα, γιατί με εγκατέλειψες; Τι θα απογίνω; Δεν βλέπω τίποτε γύρω μου, μόνο σκοτάδι και έρεβος.
Το Πνεύμα του Δέντρου στέκεται και σε κοιτά στα μάτια. Δεν το βλέπεις –δεν μπορείς να δεις τίποτε πια εκτός από το απόλυτο σκοτάδι- αλλά νιώθεις το βλέμμα του να σε διαπερνά…….το νιώθεις μέχρι το βάθος της καρδιάς σου.
Ίσως γιατί αυτά που υπάρχουν εδώ δεν μοιάζουν καθόλου με την κρυψώνα σου στο βάθος της γης, σου λέει.
Υποψιάζεσαι ότι χαμογελά –ίσως και με μια μικρή δόση ειρωνίας.
Περίμενες να ανέβεις ψηλά και να φέρεις μαζί σου και την κρυψώνα σου, αυτό όμως δεν είναι δυνατόν, συνεχίζει. Αν ήταν τα πάντα μια ρίζα που θα στέκονταν τα άνθη; Άφησε την ιδέα της κρυψώνας σου να φύγει και θα δεις.
Σκέφτεσαι. Δεν νιώθεις καθόλου πιο όμορφα από πριν, μόνο που τώρα έχεις μια ελπίδα. Ίσως αν αφήσεις την ιδέα της κρυψώνας σου στον ζεστό βράχο της μητέρας γης, να μπορέσεις να καταλάβεις καλύτερα. Αλλά πάλι, γιατί να αφήσεις κάτι που γνωρίζεις για κάτι άγνωστο; Δεν φαίνεται πολύ δίκαιη η ανταλλαγή………
Προσπαθείς να αφήσεις τη μνήμη του ζεστού βράχου και να ξεχάσεις τη μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Μα πάλι………μόνο αυτά γνώριζες…….ή όχι; Με τι θα μπορούσες να γεμίσεις το κενό της μνήμης σου τώρα;
Αποφασίζεις να θυμηθείς. «Πρέπει να θυμηθώ», λες στον εαυτό σου. Το λες δυνατά, για να το ακούσεις κυρίως εσύ. Τότε διαπιστώνεις την πρώτη αλλαγή. Κάθε λέξη που προφέρεις, την ακούς στην καρδιά σου. Δεν είναι πια μια χοντροειδής, υπόκωφη δόνηση. Είναι μια ορμητική ενέργεια που ξεπηδάει από την καρδιά.
Πρέπει να θυμηθώ και να δω και να καταλάβω, λες στον εαυτό σου.
Νιώθεις και πάλι την παρουσία του Πνεύματος του Δέντρου και έχεις τη βεβαιότητα ότι χαμογελά ευχαριστημένο.
- Δεν είσαι η ρίζα, είσαι όλο το δέντρο, σου λέει το Πνεύμα, κι εσύ μένεις αποσβολωμένος, να το κοιτάς με δέος.
- Όλο το δέντρο, Πνεύμα, ακόμα κι εσύ; Εγώ είμαι εσύ;
- Ναι, σου απαντά μονολεκτικά.
- Είναι σίγουρο αυτό; Εγώ είμαι εσύ; Είμαι και το κλαδί της πάνω αριστερής γωνίας και εκείνη η ρίζα κάτω στο βάθος, δεξιά από την κόκκινη πέτρα; Είμαι ακόμα και τα λουλούδια;
- Ναι, απαντά ξανά. Δες και άφησε τον εαυτό σου να καταλάβει.
- Μα πώς; Τα μάτια μου δεν με βοηθούν Πνεύμα.
Άφησέ τα πίσω αυτά τα μάτια. Όπως ο λαγός δεν μπορεί να δει με τα μάτια της κουκουβάγιας, έτσι το άνθος και η ρίζα δεν μπορούν να δουν το ένα με τα μάτια του άλλου, αλλά το ένα πρέπει να γίνει το άλλο για να δεί. Γίνε το άνθος και δες. Άφησε την ύπαρξή σου να δονηθεί όπως το φύλλωμα των δέντρων, όπως τα λουλούδια και κοίταξε μέσα από την καινούρια σου δόνηση.
Κοιτάς αόριστα και χαμογελάς –ίσως για πρώτη φορά από τη στιγμή που άφησες τη ρίζα για να ακολουθήσεις το Πνεύμα ψηλότερα.
Πρέπει να γίνω το άνθος, λες στον εαυτό σου……..μμμ όχι, να το πώ αλλιώς……Εγώ Είμαι το άνθος.
Νιώθεις ήδη περίεργα. Η μεταμόρφωση έχει αρχίσει. Η συνειδητότητα της ρίζας γίνεται πια συνειδητότητα του άνθους. Αρχίζεις να νιώθεις τα βελούδινα πέταλα με τα όμορφα λαμπερά χρώματα. Νιώθεις τον απαλό αέρα να σκορπάει παντού την ευωδιά σου……..νιώθεις τη ζεστασιά του ήλιου. Αρχίζεις να νιώθεις τις ακτίνες του ήλιου να σε διαπερνούν μία – μία και να σε γεμίζουν ενέργεια. Νιώθεις τη ζωή να σφύζει μέσα σου.
Κι όπως αφήνεις τη διάχυτη ζεστασιά του ήλιου να σε λούσει, συνειδητοποιείς ότι, ναι, αυτό είναι το φως του ήλιου! Δεν είναι το ζεστό χώμα και εκείνο το πενιχρό φως που νόμιζες τότε ότι ήταν τόσο λαμπερό. Αυτό που πριν νόμιζες για σκοτάδι είναι πολύ πιο φωτεινό απ’ ότι πίστευες, απλά χρειαζόσουν ένα ζευγάρι κατάλληλα μάτια για να το δεις.
Πνεύμα, τα κατάφερα! Φωνάζεις, καθώς τεντώνεις τα πέταλά σου λίγο ακόμα για να αγκαλιάσεις περισσότερο ήλιο, ενώ πολύ βαθιά στο χώμα μια νεαρή ρίζα, που μόλις αρχίζει το ταξίδι της στη γη, ακολουθεί με μεγάλη προσήλωση τον δρόμο της προς τον βράχο.
Διαυλισμός από την Άννα Αποστολίδου. Το κείμενο διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές. Κάθε διασκευή πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια ως τέτοια. Η άδεια δεν καλύπτει υλικό τρίτων που επισημαίνεται μέσα στο κείμενο.