E-journal «Εντελέχεια» · Τεύχος 3

Νόμος και Βούληση στο Έργο του A. Crowley

[Κείμενο ομιλίας που δόθηκε στα πλαίσια της εκδήλωσης

“Μια Βραδιά με το Θηρίο: Η Ζωή και το Έργο του Άλιστερ Κρόουλι”, Αθήνα, 29/05/2011]

Θα προσπαθήσω, όσο μου δίνεται η δυνατότητα και όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, να υπεισέλθω στην προβληματική του Νόμου και της Βούλησης, έτσι όπως αναπτύσσεται στο Βιβλίο του Νόμου, κείμενο που δόθηκε, για την ακρίβεια υπαγορεύθηκε στον Α.C., μέσα σε τρεις μέρες, στις 8, 9, και 10 Απριλίου, ανάμεσα στις 12-1 το μεσημέρι ακριβώς, στο Κάιρο της Αιγύπτου, από μια οντότητα που ο ίδιος αναφέρει με το όνομα Αiwass.

Θα επιχειρήσω να εξετάσω το κείμενο όχι τόσο από την εσωτεριστική μυστικιστική του πλευρά, αλλά από τη σκοπιά της φιλοσοφίας, θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι θα αποπειραθώ μια κατά το δυνατόν θεωρητική ανάλυση, αφήνοντας την εσωτερική ανάλυση των συμβολικών μορφών και την αριθμολογία (για την οποία άλλωστε θεωρώ τον εαυτό μου αναρμόδιο να μιλήσει) κατά μέρος.

Θεωρώ ότι το Βιβλίο του Νόμου, μπορεί εξίσου να διαβαστεί και ως ένα φιλοσοφικό κείμενο και θα έλεγα με μια έννοια ως ένα κείμενο αντι-φιλοσοφίας. Θα εξηγήσω αμέσως τι εννοώ. Κατά τη γνώμη μου ο Α.C. δεν είναι μόνο ένας μυστικιστής, ποιητής, άνθρωπος της δράσης, ένας άγγλος ευγενής και συγχρόνως τυχοδιώκτης, μια εμβληματική φιγούρα της εποχής του, είναι πάνω απ’ όλα μια μορφή της αντι-φιλοσοφίας, ένας από τους λίγους εκείνους που αλλιώς ο Νίτσε ονόμαζε ‘νέους φιλοσόφους’ και των οποίων την έλευση οραματιζόταν, αποδίδοντάς τους χαρακτηριστικά ιδιαίτερα, όπως αυτά. της φαντασίας, της κατάφασης του εαυτού, της διακινδύνευσης, της πρωτοτυπίας και κυρίως, αλλά πάνω απ’ όλα αυτά του ‘δημιουργού αξιών’. Πρόκειται για κάποιον που ζει τη φιλοσοφία μέσα από μια συγκεκριμένη υποκειμενική στάση, είναι αυτή η ίδια η υποκειμενική στάση, ζει μέσα σ’ αυτήν και διακινδυνεύει γι’ αυτήν.

Πρόκειται λοιπόν για μια μορφή της αντιφιλοσοφίας, υπό την έννοια ότι ο Crowley δεν επιδίδεται με σχολαστική προσήλωση στη δημιουργία και διατύπωση λογικών συμπερασμών, αλλά στην κατάφαση μιας αλήθειας. Και πρόκειται για μια εξ’ αποκαλύψεως αλήθεια, με την οποία έρχεται αντιμέτωπος μέσα από ένα συμβάν το οποίο λειτουργεί για τον ίδιο καταλυτικά και το οποίο παραπέμποντας στον γάλλο ψυχαναλυτή Lacan θα μπορούσα να ορίσω, ως τομή του υποκειμένου από το ασυνείδητο. Ο C. αναφέρει ρητά, ότι αν και ήταν εκείνος που έγραψε με μελάνι σε χαρτί, αυτές τις λέξεις, δεν ήταν ο ίδιος που τις συνέταξε, αλλά κάτι, κάποιος πολύ πέρα από αυτό που βίωνε ως συγκεκριμένη ατομικότητα. Κάτι που υπερβαίνοντας την υπό κανονικές συνθήκες λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου, παρέπεμπε σε έναν κόσμο βαθιά απωθημένο, αφού ο ίδιος αποδεικνύει, ότι όχι μόνο δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να συνειδητά γνωρίζει την αλήθεια που διατυπώνεται στο Βιβλίο του Νόμου, αλλά ήταν και επιπλέον εχθρικός απέναντί της. Σε κάθε περίπτωση νομίζω ότι πρόκειται για μια διαδικασία, που θα πρότεινα να ορίσουμε ως διάσχιση της ατομικότητας απ’ τον υπερσυνειδητό νου, ή αλλιώς για μια διαδικασία διασύνδεσης της ατομικότητας με το επέκεινα του εαυτού της, γεγονός που της επιτρέπει να έρθει σε επαφή και να εισηγηθεί μια αλήθεια που έρχεται σε ρήξη με τις κατεστημένες και τρέχουσες παραδοχές και αξίες.

Επανέρχομαι λοιπόν για να τονίσω ότι χρειάζεται να απαντήσουμε στο ερώτημα του ποιός μιλάει, μέσα σ’ αυτό το κείμενο, αφού κάθε λόγος που αναφέρεται στην αλήθεια οφείλει πάντοτε να απαντά σ’ αυτό.

Με τον ίδιο τρόπο που οι αρχαίες κοσμογονίες με μυθολογικό τρόπο, μέσω μιας εικονικής, παραστατικής και μεταφορικής γλώσσας ανάγουν την αλήθεια στις πρώτες αρχές της ύπαρξης με τον ίδιο τρόπο στο Βιβλίο του Νόμου, η αλήθεια θεμελιώνεται στο έδαφος συμβολικών αναπαραστάσεων, οι οποίες αναφέρονται στην ύπαρξη πρωταρχικών θεμελιωδών αρχών. Αναφέρομαι στην Νουίτ, την Νύχτα, κοινό τόπο στις αρχαίες κοσμογονίες, που ταυτίζεται με την ύπαρξη μιας πρωταρχικής πηγής από την οποία τα πάντα απορρέουν και στην οποία τα πάντα επιστρέφουν και τον Χαντίτ, το κέντρο της συνειδητότητας (θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός ως η αρσενική αρχή), εκεί όπου όλα τα Συμβάντα έρχονται για να εκδηλωθούν.

Κάνω μια μικρή παρέκβαση για να υπενθυμίσω την κεντρικότητα της Νύχτας για τη ορφική και ησιόδεια κοσμογονία, και παραπέμπω στις αναλογίες ανάμεσα στον Χαντίτ και τη θεϊκή μονάδα, το Σφαίρο στον Εμπεδοκλή, ο οποίος γίνεται υποδοχέας δύο αντίστροφων κινήσεων, δύο αντίρροπων δυνάμεων που επικρατούν διαδοχικά, της Φιλότητας (αρχή του Έρωτα) και του Νείκους (ενορμήσεις καταστροφής, θανάτου). Θα μπορούσαμε εξίσου να δούμε την Νουίτ ως έκφραση του άπειρου χώρου, ενός τεράστιου κύκλου, που το κέντρο του, το άπειρα μικρό σημείο, ο Χαντίτ, έκφραση της άπειρης κίνησης βρίσκεται παντού. Τώρα το αποτέλεσμα της ένωσης των δύο, της Νούιτ, ως πεδίου των άπειρων δυνατοτήτων και της πανταχού παρουσίας του φλεγόμενου Χαντίτ είναι ο Ώρος, ένας διπλός θεός που αναφέρεται στο τρίτο κεφάλαιο του Βιβλίου του Νόμου ως Ρα-χουρ-κχουτ. Εδώ τον βρίσκουμε στην εξωστρεφή, ενεργητική του εκδοχή, ενώ αλλού τον συναντούμε, στην εσωστρεφή και παθητική του εκδοχή ως Χουρ-πα-κράατ, Αρποκράτη.

Ο Αiwass, έρχεται επομένως να μιλήσει εκ μέρους αυτών των πρωταρχικών κοσμολογικών αρχών που θα μπορούσαμε στην πραγματικότητα να αντιληφθούμε και ως ψυχικά δυναμικά, ως αρχετυπικές μορφές, οι οποίες διέπουν τόσο το επίπεδο του μακρόκοσμου, ως συμπαντικές δυνάμεις, όσο και αυτού του μικρόκοσμου, ως ασυνείδητα δυναμικά που περιλαμβάνουν και ταυτοχρόνως διέπουν το πεδίο της υποκειμενικότητας.

Είναι αυτές οι κοσμικές και συνάμα ενδοψυχικές αρχές που παίρνουν διαδοχικά το λόγο, προκειμένου να μεταφέρουν την αλήθεια για τον Νόμο, μια αλήθεια καθολικής εγκυρότητας, ο οποίος εμπερικλείει μια νέα οικουμενική προτροπή, και λέω οικουμενική γιατί αφορά όλους και τον καθένα ξεχωριστά και απευθύνεται εξίσου σε όλους και στον καθένα χωριστά, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε εξωτερικό προσδιορισμό (φυλής, έθνους, ηλικίας, φύλου ή τάξης ).

‘Law is for all ’(ο Νόμος είναι για όλους). Με τη φράση αυτή προαναγγέλεται η εκφορά της αλήθειας κι ένας λόγος περί αληθείας διασχίζει πάντοτε και υπερβαίνει τις ατομικές διαφορές. Πρόκειται για τη δυνατότητά της να εκφέρεται συμβολικά και να απευθύνεται εξίσου σε όλους συνδέοντας ολότελα ξεχωριστούς κόσμους. Πράγμα που σημαίνει ότι δεν εκκινούμε από τη διαφορά των ξεχωριστών κόσμων για να διατυπώσουμε και να συγκροτήσουμε σε αλήθεια ό,τι τους είναι κοινό. Αλλά ότι εκκινούμε από την αλήθεια την ίδια, που είναι αλήθεια επειδή είναι κοινή για όλους.

‘Every man and every woman is a star’. Ό άπειρος, κενός χώρος της Νύχτας φωτίζεται από μια απειρία ατομικοτήτων, από αυτόφωτες, αυτενεργές οντότητες, καθαρές πολλαπλότητες, το αποτέλεσμα η κάθε μία μιας διαδοχικής σειράς συμβάντων, δηλ. πολλαπλών εμπειριών που λαμβάνουν χώρα στον συνειδητό ή υποσυνείδητο νου. Οι ατομικότητες αυτές αντιπροσωπεύουν την κίνηση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, από τον κενό χώρο, την Νουίτ, στο Είναι και το πρόβλημα επομένως είναι να κατανοήσουμε αυτό το Είναι, ως εκδήλωση του άπειρου χώρου, ως μεταλλαγή του μηδενός σε μια κατάσταση συγκεκριμένης ύπαρξης.

Στο κέντρο του Είναι, ο Χαντίτ τοποθετείται ως αυτενεργός βούληση, που είναι συνάμα και αιτία, causa sui του εαυτού της. Πρόκειται για τον ίδιο το φορέα της ζωής και κατ’ επέκταση για το γνώστη του θανάτου : ‘I am life and the giver of life, yet therefore is the knowledge of me the knowledge of death’. Ακολουθούν μερικές συγκλονιστικές γραμμές :

There is great danger in me ; for who doth not understand these runes shall make a great miss. He shall fall down into the pit called Because, and there he shall perish with the dogs of Reason. – Now curse upon Because and his kin!- May because be accursed for ever....If Power asks why, then is Power weakness. Also reason is a lie ;

Είναι φανερό, ότι μέσα από το Βιβλίο του Νόμου μεταφερόμαστε σε ένα πεδίο, εκτός των κατηγοριών της τυπικής λογικής. Η Βούληση ως πρωταρχική ενέργεια δεν υποτάσσεται και δεν εξαντλείται σ’ αυτές, δεν ερμηνεύεται με όρους ορθού λόγου, ούτε συλλαμβάνεται μέσα από τις κλασσικές, τυπικές διαδικασίες απόκτησης της γνώσης. Η βούληση απλώς είναι. Ξανασυναντούμε έτσι τον Σοπενάουερ που εκλαμβάνει τη βούληση ως θεμέλιο του κόσμου και γράφει στις σημειώσεις του ότι « ο κόσμος ως πράγμα καθεαυτό είναι μια μεγάλη βούληση που δε γνωρίζει τι θέλει, γιατί δε γνωρίζει, παρά απλώς βούλεται, επειδή ακριβώς είναι βούληση και τίποτε άλλο». Η ενότητα του Είναι γίνεται συνεπώς, κατά κύριο λόγο αντιληπτή μέσα από την εκδήλωση της βούλησης, μιας βούλησης ορμητικής, ευθύβολης και συνεκτικής, μη υποτασσόμενης σε λογικές κατηγοριοποιήσεις.

Η ίδια η υποκειμενικότητα, η κάθε επιμέρους ατομικότητα ως καθαρή ιδέα εντάσσεται και έρχεται να βρει την έκφρασή της μέσα σ’ αυτό το ορμητικό ρεύμα που είναι το ίδιο το ρεύμα της ζωής, η Βούληση ή αλλιώς το Θέλημα. Θα ήθελα στο σημείο αυτό, να τονίσω ότι στο Βιβλίο του Νόμου αίρονται, ανατρέπονται κλασσικές κατηγοριοποιήσεις όπως η σχέση αιτίας – αποτελέσματος, ελεύθερη βούληση ή προκαθορισμός, όπως και κατηγοριοποιήσεις που ανήκουν στη σφαίρα της ηθικής όπως ηθικό-ανήθικο, δίκαιο άδικο, καλό κακό. Αυτό που συναντούμε είναι η εκδήλωση της καθαρής βούλησης ως μιας πρωταρχικής, ισχυρής μετασχηματιστικής ενέργειας που διαπερνάει το υποκείμενο και που δεν γνωρίζει όρια, γιατί δε γνωρίζει αρχή και δε γνωρίζει τέλος: ‘For pure will, unassuaged of purpose, delivered from the lust of result, is every way perfect’. H βούληση δεν έχει σκοπό με τον ίδιο τρόπο που δεν έχει αιτία και κατορθώνει γι’ αυτό να διατηρεί μια απαραμείωτη ένταση, τείνοντας προς το άπειρο: ‘The word of sin is restriction’. Ο Νίτσε είναι εκείνος που μας υπενθυμίζει ότι : « οφείλουμε να χειριζόμαστε την ‘αιτία’ και το αποτέλεσμα [...] σαν πράξεις συμβατικές που μπορούν να ορίσουν και να κατανοηθούν, αλλά όχι να και να ερμηνεύσουν ένα πράγμα. Δεν υπάρχει κανένα δέσιμο με την αιτία στο καθεαυτό, ούτε απόλυτη αναγκαιότητα, κι ακόμη ούτε ψυχολογικός προσδιορισμός». Συνεπώς ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της βούλησης συνίσταται στο ότι δεν θα μπορούσε να παραμείνει μια για πάντα προσδιορισμένη, δεν θα μπορούσε να εκπληρωθεί μέσα από την επίτευξη οποιουδήποτε συγκεκριμένου σκοπού κι αυτό, γιατί η φύση της υπερβαίνει κάθε συγκεκριμένο τρόπο ύπαρξης. Με τα λόγια του Ζαρατούστρα : Είμαι αυτό που πάντοτε υπερβαίνει τον εαυτό του’.

‘The word of Law is Θέλημα’. Ο Νόμος συνεπώς είναι τη Βούληση, ή αλλιώς το Θέλημα, : ‘Do that and no other shall say nay’. Νομίζω ότι ο λόγος που το Βιβλίο του Νόμου αποτελεί, όχι μόνο από εσωτερικής, αλλά και από φιλοσοφικής πλευράς ένα εξαιρετικά πολύτιμο κείμενο, είναι γιατί ακριβώς μας δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξουμε εκκινώντας από αυτό, σε πολύ μεγάλο βάθος όλη την προβληματική ανάμεσα στη σχέση που υφίσταται ανάμεσα στον Νόμο, τη Βούληση- Θέλημα και την Αγάπη. Είναι γιατί μας δίνει τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε την παράλληλη διασύνδεση της Βούλησης και της Αγάπης με τον Νόμο, εξωθώντας μας πέρα από παγιωμένους τρόπους σκέψεις, δομές παγιωμένες που ανακόπτουν και παγώνουν το ίδιο το ρεύμα της ζωής. Και μας προσφέρει μια νέα κατανόηση και των τριών αυτών όψεων, που θα μπορούσε στ’ αυτιά κάποιων να φανεί επικίνδυνη, ακριβώς ή μόνο και μόνο επειδή είναι βαθύτατα απελευθερωτική. Η εσωτερική διάσταση του κειμένου μας επιτρέπει να υπερβούμε τη συνθήκη της γλώσσας, τους γλωσσικούς περιορισμούς, ρίχνοντάς μας στα βαθιά νερά του συμβολικού. Οι προκλητικές διατυπώσεις και τα διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης που αναφύονται, αφυπνίζουν το ασυνείδητο και μας μεταφέρουν σε διαστάσεις πέραν των ορίων που θέτουν οι αισθήσεις και η νόησή μας.

Αναφέρομαι ιδιαιτέρως στο τρίτο μέρος του κειμένου, που κυριολεκτικά ακούγεται σαν ένα σάλπισμα πολέμου, ένα προσκλητήριο ρήξης και διαμάχης, όμως κατά την άποψή μου μόνο φαινομενικά. Γιατί αυτό που νομίζω ότι επιδιώκεται είναι η υπέρβαση της ηθικής, του υποβιβασμού της έννοιας της Αγάπης σε ηθική. Αυτό που διακυβεύεται είναι η απαλλαγή μας από αυτό που ο Νίτσε ονομάζει πολύ εύστοχα ‘η ημιπληγία της αρετής’. Θα παραθέσω και πάλι τον Νίτσε θεωρώντας ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα φωτίζει εναργέστερα αυτές τις όψεις, που για κάποιους μπορεί να φαίνονται απωθητικές : ‘Για κάθε ισχυρό και φυσικό είδος ανθρώπου, η αγάπη και το μίσος, η ευγνωμοσύνη και η έχθρα, η καλοσύνη και η οργή, οι καταφατικές πράξεις και οι αρνητικές πράξεις ανήκουν στο ίδιο σύνολο. Είναι κανείς καλός με τον όρο να ξέρει επίσης πως να είναι κακός· είναι κακός επειδή αλλιώς δε θα καταλάβαινε πως να είναι καλός. Από που έρχεται αυτή η αρρώστια και ιδεολογική αντίφυση [...] που διδάσκει πως είναι ανώτερο πράγμα να είσαι ενεργός μόνο μονόπλευρα;’ Όχι μόνο δεν πρέπει να εκχωρούμε τίποτα στον αρνητικό προσδιορισμό του ανθρώπου ως θύματος, ‘Pity not the fallen. I never knew them. I console not: I hate the consoled and the consoler’, αλλά πολύ περισσότερο χρειάζεται να τον επανεντάξουμε στο ρεύμα της ζωής να του αναγνωρίσουμε το δικαίωμά του στην αλήθεια, βοηθώντας τον να αναγνωρίσει το δικαίωμά του τόσο στο καλό, όσο και στο κακό, απελευθερώνοντάς τον από την τάση του να αναιρεί την ίδια τη ζωή, κάθε φορά που περιστέλλει και αναιρεί τον εαυτό του τοποθετούμενος μόνο από τη μια πλευρά : ‘veil not your vices in virtuous words ; these vices are my service’.

‘There is no bond that can unite the divided but love; all else is a curse; Love is the law, love under will’. Αγάπη είναι αυτό που βρίσκεται στο κέντρο των δύο άκρων, είναι αυτό που αναγνωρίζει τον εαυτό του σε όλα, είναι αυτό που δεν απορρίπτει τίποτα, γιατί όλα είναι μέρος της ζωής. Στον ηθικισμό και την παραμόρφωση της χριστιανικής διδασκαλίας, στην έννοια του κακού, της ενοχής και της αμαρτίας το Βιβλίο του Νόμου αντιτάσσει τη δυναμική της επιθυμίας, που μας απελευθερώνει από τη συμβατικότητα, τους κατεστημένους λόγους και τις κοινές παραδοχές που πεδικλώνουν τα βήματα μας και περιορίζουν την ορμητικότητά μας.

Μας φέρνει μέσα από εικόνες που προκαλούν σε επαφή με κάτι το βαθύτατα απωθημένο, προκαλώντας μας να ξεπεράσουμε τις αναστολές μας. Μας υπενθυμίζει ότι αγάπη δεν είναι ο αυτοεκμηδενισμός, η παθητικότητα, η θυματοποιημένη θυσία στον Άλλο και ότι στην πραγματικότητα δεν είμαστε δεσμευμένοι παρά στην εκδήλωση της πιο βαθιάς μας επιθυμίας. Κι αυτή η βαθιά, μύχια επιθυμία δεν είναι τίποτα άλλο από τη διαρκή έκφραση του Θελήματός μας.

Ο ίδιος ο Aleister Crowley με τη ζωή και το έργο του μας προκαλεί, γιατί έρχεται να ταρακουνήσει την αδράνειά μας. Έκανε το ίδιο με τους συγκαιρινούς του, κλονίζοντας την υποκρισία και τα ήθη της εποχής του. Κατανοούσε βαθύτατα τους ανθρώπους, πάνω απ’ όλα όμως αντιλαμβανόταν ότι η αληθινή έκφραση της βούλησής μας εμπεριείχε μέσα της τους σπόρους της πιο βαθιάς ανατροπής. Γνώριζε να δίνει χώρο στο ανοίκειο και το εξωφρενικό, γιατί αναγνώριζε σ’ αυτά το δρόμο της Αγάπης. Σήμερα επιστρέφει ζητώντας από εμάς να υπερβούμε την αδράνειά μας και να αναζητήσουμε το δικό μας δρόμο για την Αγάπη.

Σ’ αυτή την επιστροφή θ’ αφιερώσω μόνο δυο στίχους, ενός άλλου ‘καταραμένου παιδιού’ του Α.Ρεμπώ :

‘Εγώ, που είπα τον εαυτό μου μάγο ή άγγελο, απαλλαγμένος από κάθε ηθική, επανήλθα στη γη, χρέος να αναζητήσω και την τραχιά πραγματικότητα να αγκαλιάσω’.

Ευχαριστώ.

Πρώτη δημοσίευση: e-journal «Εντελέχεια», Τεύχος 3. Οι αναφορές δημιουργού και δικαιωμάτων διατηρούνται όπως εμφανίζονται στο αρχικό τεύχος.