E-journal «Εντελέχεια» · Τεύχος 2
Ο διαυλισμός ως μέθοδος εσωτερικής διεύρυνσης
Σεπτέμβριος 2012
Έχοντας θέσει μια βάση για την κατανόηση της διαδικασίας του διαυλισμού στο προηγούμενο τεύχος, θα επιχειρήσουμε τώρα να εξετάσουμε τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στην πνευματική εξέλιξη του ατόμου.
Αυτή η ιδέα ίσως ξενίζει αρκετούς, αφού πα-λαιότερα η διαμεσότητα ήταν κυρίως γνωστή ως μέθοδος συλλογής πληροφοριών σχετικών με εξωγενείς παράγοντες και συχνά επίσης χρησιμοποιήθηκε ως μέθοδος πλουτισμού εις βάρος των αφελών. Δεδομένου όμως ότι το ενδιαφέρον μας εστιάζεται στην αναγνώριση και ενοποίηση των διαφόρων όψεων του Εαυτού, θα επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τον διαυλισμό όχι ως τρόπο ‘μαντείας’ αλλά μάλλον ως τρόπο ‘συνδημιουργίας’, με άλλα λόγια όχι ως παθητικοί δέκτες αναπόφευκτων γεγονότων αλλά μάλλον ως ενεργητικοί ‘συνδημιουργοί’ της γήινης πραγματικότητάς μας. Επίσης, θα κάνουμε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τη διαδικασία του διαυλισμού στα πλαίσια λειτουργίας του ψυχικού μηχανισμού, βάσει της μέχρι τώρα εμπειρίας.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν λέγοντας ότι υπάρχουν δύο βασικοί τρόποι για την ερμηνεία κάθε πληροφορίας που δίνεται μέσω διαυλισμού: ο κυριολεκτικός και ο συμβολικός. Στον πρώτο τρόπο η πληροφορία μπορεί να επιβεβαιωθεί αντικειμενικά στο φυσικό πεδίο, ενώ στον δεύτερο τρόπο η επιβεβαίωση έρχεται από τον ίδιο τον δέκτη και εξαρτάται από την ευχέρειά του να λειτουργεί συνειρμικά αλλά και τον βαθμό αυτογνωσίας που διαθέτει. Η αξία και των δύο τρόπων είναι μεγάλη και η ακρίβειά τους κρίνεται και επιβεβαιώνεται με την πάροδο του χρόνου αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ικανότητα του δέκτη να αντιλαμβάνεται και να λειτουργεί στα αντίστοιχα πεδία. Ένα παράδειγμα συμβολικού μηνύματος είναι ο χρησμός της Πυθίας για τα ξύλινα τείχη που επρόκειτο να σώσουν τους Αθηναίους, ο οποίος και επιβεβαιώθηκε όταν νίκησαν με τις τριήρεις τους κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Ωστόσο, τα συμβολικά μηνύματα συνδέουν επίσης τις εξωτερικές καταστάσεις / σύμβολα με εσωτερικές, προσωπικές τάσεις και διεργασίες, δίνοντας στο άτομο την ευκαιρία να κάνει μια εις βάθος ανάλυση της ψυχοσύνθεσής του και των τάσεών της.
Η κυρίαρχη τάση είναι αυτή της κυριολεκτικής ερμηνείας των μηνυμάτων, κάτι που εξηγείται ικανοποιητικά από το γεγονός ότι, στην πλειοψηφία τους, οι δέκτες είναι εστιασμένοι αποκλειστικά στο εξωτερικό φυσικό πεδίο και ελάχιστα βρίσκονται σε επαφή με την εσωτερική τους πραγματικότητα, σε συνδυασμό με την εμφανή υποβάθμιση του ρόλου του συμβολικού στη σύγχρονη κοινωνία. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι εδώ συναντούμε και μια σαφή ένδειξη μη ισορροπημένης ανάπτυξης αφού, σε ιδανικές συνθήκες, η κυριολεκτική και η συμβολική ερμηνεία θα πρέπει να χρησιμοποιούνται συμπληρωματικά με βάσει την κοινή λογική και τη διαρκώς εξελισσόμενη αντίληψή μας, έτσι ώστε η κάθε πλευρά να ενισχύει την κατανόηση της άλλης.
Στο σημείο αυτό, προκύπτει εύλογα μια σειρά ερωτημάτων όπως ‘τι σημαίνει συμβολική ερμηνεία;’ ‘τι είναι σύμβολο;’ ‘το συμβολικό είναι υποκειμενικό;’.
Μια που θα μπορούσαν να γραφτούν τόμοι έργων πάνω στα παραπάνω ερωτήματα, η απάντησή μας θα περιοριστεί στη διατύπωση μερικών βασικών ιδεών που δίνονται για να διευκολύνουν τον αναγνώστη στην κατανόηση του θέματος.
Σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης του Ι. Σταματάκου:
«Σύμ-βολον, το (συμβάλλω): το σημείον εξ ου τις εικάζει (συμπεραίνει) τι, γνώρισμα, σύνθημα, τεκμήριον, ένδειξις.»
«Συμβάλλω: ρίπτω, χύνω, ομού, εις το αυτό μέρος, συνενώνω.»
Ενώ, κατά το Λεξικό Νεοελληνικής του Μ.Τριανταφυλλίδη,
«Σύμβολο : 1. αντικείμενο, έμψυχο ον ή αισθητό σημείο, που λόγω της μορφής ή της φύσης του συνδέεται συνειρμικά με μια αφηρημένη συνήθως έννοια, π.χ. ιδέα, ιδιότητα, κατάσταση, κ.λπ, και με το οποίο παριστάνουμε αυτή την έννοια. 2. Συμβατική γραφική παράσταση εννοιών από τον τομέα της ανθρώπινης γνώσης ή δραστηριότητας: Μαθηματικά / αστρονομικά σύμβολα.»
Κάθε σύμβολο φέρει την ταυτότητα της φυσικής του μορφής (π.χ. η εικόνα ενός λευκού περιστεριού παραπέμπει στο αντίστοιχο σημαινόμενο που είναι το ομώνυμο πτηνό και όλα τα χαρακτηριστικά του) ενώ ταυτόχρονα, σαν μια οπτική αλληγορία, αντιπροσωπεύει για τον παρατηρητή την ιδέα της ειρήνης – κάτι για το οποίο το ίδιο το περιστέρι έχει προφανώς απόλυτη άγνοια. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το να θυμόμαστε κάθε στιγμή πως η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιούμε αποτελείται από λέξεις που συμβολίζουν έννοιες, ενώ και οι λέξεις απαρτίζονται από σχήματα-σημεία, τα γράμματα, τα οποία φέρουν τις δικές τους αντιστοιχίες και χρησιμοποιούνται απ’ όλους μας χάριν μια σύμβασης.
Το νόημα αποδίδεται συνειδητά ή ασυνείδητα από τον παρατηρητή βάσει της ομοιότητας και συνάφειάς του συμβόλου με ορισμένες ποιότητες/ιδέες που προέρχονται από τις δικές του ψυχικές/νοητικές διεργασίες πάνω σε προηγούμενα συναφή εντυπώματα. Κατά συνέπεια, η σημασιοδοσία ενός συμβόλου είναι ενδεικτική μάλλον για τις ποιότητες, τις εσωτερικές διεργασίες και τα αιτήματα του ίδιου του παρατηρητή, παρά του παρατηρούμενου.
Κατ’ αναλογία, όταν δίνουμε μία συμβολική ερμηνεία υπερβαίνουμε την κυριολεκτική αντιστοίχιση του σημαίνοντος με το σημαινόμενό του (δηλαδή του αντικειμένου με την ιδέα του και τις ιδιότητες που το χαρακτηρίζουν είτε εκ φύσεως είτε βάσει συμβάσεως) και το συνδέουμε συνειρμικά με μια ιδέα ή συναίσθημα και, τελικά, με μια μακρά ακολουθία από γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις που συνδέονται με αυτά.
Στο δικό μας απλό παράδειγμα του χρησμού για τα ‘ξύλινα τείχη’ ο Θεμιστοκλής ‘διάβασε ανάμεσα από τις γραμμές’, και αντιστοίχισε την περιγραφή στις ξύλινες τριήρεις οι οποίες μπορεί να μην έμοιαζαν με τείχος στο τρισδιάστατο πεδίο, αλλά είχαν δύο κοινά σημεία: ήταν ξύλινες και για τον ίδιο υποδήλωναν σαφώς προστασία.
Τα σύμβολα λοιπόν λειτουργούν ως αγγεία νοήματος (ή, ακόμα, ενεργειακά αγγεία), είναι δηλαδή μορφές φορτισμένες με συγκεκριμένες ιδέες και συναισθήματα. Είναι από μόνα τους μια γλώσσα επικοινωνίας τόσο βαθιά όσο η ανθρώπινη νόηση και μάλιστα είναι η γλώσσα με την οποία το ασυνείδητο καταγράφει τη γήινη εμπειρία και επικοινωνεί με τον συνειδητό νου. Υπό μία άλλη έννοια, τα σύμβολα είναι η αφομοιωμένη γήινη εμπειρία όπως έχει εντυπωθεί στον ατομικό και συλλογικό νου.
Η συμβολική ερμηνεία είναι υποκειμενική; Θεωρώντας ότι ο όρος ‘υποκειμενικό’ δηλώνει αυτό που καθορίζεται από την αντίληψη ή τη γνώμη ενός ανθρώπου (ενός υποκειμένου) που αισθάνεται ή σκέφτεται, κρίνει κλπ, ναι, είναι υποκειμενική με την έννοια ότι η σημασία συνδέεται με το σύμβολο από το υποκείμενο βάσει προηγούμενων συναφών εμπειριών του.
Ωστόσο, αν και η διαδικασία είναι εκ φύσεως υποκειμενική, τα σύμβολα αποκτούν αντικειμενική εγκυρότητα από τη στιγμή που αποτελούν αντικειμενικές συνθήκες, έστω και αν αυτό γίνεται εξαιτίας των κοινωνικών συμβάσεων. Για παράδειγμα ας θυμηθούμε και πάλι το λευκό περιστέρι: όλη η Χριστιανική κοινότητα αναγνωρίζει σ’ αυτό μια αντιστοιχία με το Άγιο Πνεύμα, αν και το ίδιο το περιστέρι εξακολουθεί να μην έχει την παραμικρή ιδέα για τη σημασία που του προσάπτουν.
Τι σχέση έχει όμως ο διαυλισμός με όλα τα παραπάνω;
Όπως έχει ειπωθεί, ο δίαυλος μεταφέρει πληροφορίες και ενέργειες από αυτό που αποκαλείται «η άλλη πλευρά του πέπλου». Όπως και αν ονοματίσουμε την πηγή της ενέργειας, αυτή δίνει την εντύπωση ότι προέρχεται από ένα χώρο που θα μπορούσαμε να ταυτίσουμε με το ασυνείδητο, μεταφράζεται σε νόημα από το υποκείμενο-δίαυλο (αν και το υποκείμενο δεν δημιουργεί το νόημα με μια συνειδητή διαδικασία αλλά το παραλαμβάνει και, ενίοτε, διαφωνεί με αυτό) και αποκτά μια αντικειμενική εγκυρότητα (ή, έστω, μια επίφαση αντικειμενικότητας) όταν αρχίσει να γίνεται αντιληπτή από περισσότερα του ενός άτομα.
Ας παρακολουθήσουμε τη διαδικασία όπως έχει αποτυπωθεί από την εμπειρία ενός αριθμού διαύλων:
1. Ο δίαυλος αποσύρει την εστίασή του από το εξωτερικό πεδίο και εστιάζεται εσωτερικά, συνήθως στο κέντρο της καρδιάς, με την πρόθεση να μείνει δεκτικός στην εισερχόμενη ενέργεια/εντύπωση και περιμένει.
2. Δέχεται μια ενεργειακή ώση/εντύπωση, που γίνεται αντιληπτή υποκειμενικά ως μια ενεργειακή παρουσία, κίνηση, εικόνα ή ήχος, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να έχει την αίσθηση ότι λαμβάνει μια σαφώς διατυπωμένη σκέψη ή ακόμα ότι πλημμυρίζεται ταυτόχρονα από ένα συναίσθημα (συνήθως γαλήνης, αγάπης, χαράς και συγκίνησης).
3. Επιτρέπει στον εαυτό του να αφεθεί στη ροή της ενέργειας χωρίς φόβο, συντονίζεται μαζί της, και αρχίζει να μεταφράζει αυτή την ενέργεια και τις εσωτερικές αισθήσεις/εντυπώσεις σε λόγο. Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να ξεκινήσει απευθύνοντας ένα σύντομο χαιρετισμό με τη δική του ενέργεια (κάτι που αποσπά προς στιγμήν την προσοχή του από την εσωτερική διαδικασία –κάτι που χαλαρώνει τις πιθανές εσωτερικές εντάσεις της στιγμής- και την κατευθύνει στον δέκτη ολοκληρώνοντας το κύκλωμα ροής της ενέργειας), και ο χρόνος αυτός είναι αρκετός για να επιτρέψει την ενοποίηση του εισερχόμενου ρεύματος με το δικό του και την άμεση έκφρασή του.
Η ερμηνεία των ίδιων των διαύλων για το 2ο στάδιο αναφέρεται σε πνευματικές οντότητες ποικίλων δονήσεων, τα οποία και μεταφέρουν/υπαγορεύουν/εντυπώνουν στον νου τους τα σημεία και τα νοήματα που προαναφέραμε. Άλλωστε, συχνά αυτές οι άυλες (αλλά ωστόσο μορφοποιημένες) οντότητες φαίνονται να αυτοσυστήνονται και να ακολουθούν μια γραμμή σκέψης και να φέρνουν νοήματα πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι θα μπορούσε να δώσει ποτέ ο ίδιος ο δίαυλος.
Ενίοτε ο δίαυλος έχει εικόνα της οντότητας που μιλά, αν και οι ποιότητες που φέρει και εκφράζει αυτή η οντότητα μπορεί να διαφέρουν από αυτές της ενσαρκωμένης ζωής της (στην περίπτωση που είναι γνωστή κάποια ενσάρκωσή της στη γη), σε βαθμό που η ταυτότητά της να μην είναι αναγνωρίσιμη.
Κάνοντας εδώ μια παρένθεση, θα πούμε ότι κάποιες φορές, και ιδιαίτερα όταν ένας δίαυλος κάνει τα πρώτα του βήματα, η έκφραση μιας οντότητας μπορεί να εμφανίζει μεγάλες ομοιότητες με την ενσάρκωση με την οποία ταυτίζεται. Αυτό όμως δείχνει μάλλον ότι η ενέργεια χρωματίζεται καθώς περνά α) από τα στρώματα παλαιών πεποιθήσεων και εντυπώσεων του διαύλου και β) από επίπεδα του συλλογικού νου που έχουν «ντύσει» ως σκεπτομορφή την συγκεκριμένη οντότητα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Για παράδειγμα, εάν έχει εντυπωθεί προ πολλού από τις γραφές και τη χριστιανική διδασκαλία στον νου του διαύλου η αντίληψη ότι η ενέργεια του Προφήτη Ηλία είναι πύρινη και ορμητική, είναι πιθανό η αρχική έκφραση της ενέργειας να έχει ανάλογα χαρακτηριστικά, τα οποία όμως είναι προφανές ότι δεν αφορούν την ίδια την οντότητα ως καθαρό νου αλλά μόνο τη συγκεκριμένη ενσάρκωσή της. Αυτό, ακόμα και αν δεν το αντιληφθεί έγκαιρα ο ίδιος ο δίαυλος, μπορεί να αλλάξει με την πάροδο του χρόνου, καθώς η ροή της ενέργειας σταδιακά απαλείφει τις παλαιές εγγραφές και εγκαθιστά νέες, οι οποίες όμως βασίζονται στην τρέχουσα πραγματικότητα του διαύλου και θα χρειαστεί να απαλειφθούν με τη σειρά τους μετά από κάποιο διάστημα ώστε να δώσουν τη θέση τους σε άλλες. Έτσι, ένας δίαυλος θα πρέπει να θυμάται διαρκώς ότι όλες οι μορφοπλασίες του, είτε πρόκειται για σκέψεις και αντιλήψεις είτε για συναισθήματα, θα πρέπει να διαλύονται την κατάλληλη στιγμή, ώστε να δίνουν τη δυνατότητα στην εισερχόμενη ενέργεια να εκφραστεί πληρέστερα μέσα από νέες μορφές.
Άλλες φορές πάλι, ο δίαυλος βιώνει την ενοποίηση των δύο (ή και περισσότερων) ρευμάτων τόσο έντονα, που έχει τη βεβαιότητα της απόλυτης ένωσης/ταύτισης με την εισερχόμενη ενέργεια, μιας ταύτισης που φαίνεται να ισχύει σε ένα μέρος του νοητικού πεδίου ή ακόμα να επηρεάζει το φυσικό σώμα. Αν ερωτούνταν εκείνη τη στιγμή ο δίαυλος, θα έλεγε ότι δεν μπορεί να διακρίνει αν μιλά ο ίδιος ή κάποιος άλλος, παρόλα αυτά κατά την ώρα της μεταφοράς του μηνύματος στέκεται ταυτόχρονα στη θέση του παρατηρητή, παρακολουθώντας τη μορφοποίηση της ενέργειας, και επίσης κρίνοντας (όσο και αν αυτό είναι ακατάλληλο), και σχολιάζοντας εσωτερικά τα λεγόμενα.
Έτσι φαίνεται ότι, την ώρα που η ενέργεια μεταφράζεται σε λόγο, το υποκείμενο-δίαυλος παρακολουθεί τη διαδικασία συνειδητά στο νοητικό πεδίο (και μάλιστα με αυξημένο βαθμό διαύγειας), επικοινωνεί με την ομιλούσα οντότητα καθώς και με όσες άλλες οντότητες αντιλαμβάνεται στον ενεργειακό του χώρο, και μπορεί να επηρεάσει συνειδητά τη ροή της πληροφορίας. Μπορεί να επιλέξει να ρυθμίσει τη ροή βάσει της γήινης αντίληψής του και να χρησιμοποιήσει διαφορετικά λόγια για την έκφραση ενός νοήματος από αυτά που αναδύονται - πράγματι, έχει τον εσωτερικό χρόνο να το κάνει αν και στον εξωτερικό χρόνο η ροή κυλά με σταθερό ρυθμό. Ορισμένες φορές οι συνεργαζόμενες οντότητες δίνουν τη συναίνεσή τους για την τροποποίηση άλλες φορές πάλι διακόπτουν τη ροή δηλώνοντας ότι θα αποχωρήσουν, άρα η συνέχιση του μηνύματος με τον δικό τους τρόπο είναι αδιαπραγμάτευτη.
Οι συνειδητές και μη παρεμβάσεις του διαύλου μπορεί να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην ποιότητα του τελικού αποτελέσματος. Η ποιότητα σ’ αυτήν την περίπτωση δεν αναφέρεται στην άμεση ικανοποίηση των νοητικών και συναισθηματικών αναγκών του δέκτη αλλά στην πληρότητα της έκφρασης της ίδιας της ενέργειας, που τελικά καταλήγει να παρέχει αυτό που πραγματικά χρειάζονται τόσο ο δέκτης όσο και ο δίαυλος –ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι όλα είναι αποτέλεσμα συνδημιουργίας. Οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους ένας δίαυλος θα άλλαζε τη διατύπωση μιας πληροφορίας (όταν αυτή λαμβάνεται με σαφήνεια και δεν πρόκειται για μια εικόνα που, ούτως ή άλλως, μπορεί να αποδώσει με δικά του λόγια) είναι είτε η προσωπική του ανασφάλεια και η αμφιβολία για την καθαρότητα του μηνύματος που λαμβάνει, είτε η ανησυχία και ο φόβος για την αντίδραση που θα προκληθεί στον δέκτη.
Θα ήταν χρήσιμο να σημειώσουμε εδώ το εξής: επικρατεί η αντίληψη πως μια οντότητα του φωτός δεν φέρνει ποτέ μηνύματα που δημιουργούν φόβο και αίσθημα αδυναμίας στους ανθρώπους ούτε τους προσβάλλουν, αλλά τα μηνύματά τους φέρνουν πάντοτε αγάπη, παρηγοριά και ενδυνάμωση. Αυτή η αντίληψη είναι κατάλληλη για όσους κάνουν τα πρώτα τους βήματα στο εσωτερικό μονοπάτι επειδή καθησυχάζει τον δέκτη δίνοντάς του την εντύπωση ότι έχει ένα σαφές κριτήριο για την ποιότητα της ομιλούσας οντότητας, άρα και ένα βαθμό ελέγχου στη διαδικασία. Στην ουσία όμως απλά προβάλλει στην άλλη πλευρά του πέπλου τους περιορισμούς της προσωπικότητας που δημιουργεί η αντίληψη της διττότητας και η αλήθεια είναι ότι δεν θα πάει μακριά αν δεν απαλλαχθεί από το φορτίο (γιατί, από τεχνικής απόψεως, είναι όντως ένα φορτίο) του διαχωρισμού +/-, καλό/κακό, άσπρο/μαύρο.
Αντίθετα, όπως δείχνει η εσωτερική εμπειρία, οι οντότητες που εργάζονται από το πεδίο του καθαρού νου βρίσκονται έξω από τους περιορισμούς της διττότητας και ο τρόπος με τον οποίο ενεργούν περιλαμβάνει μια μεγάλη γκάμα δονήσεων που ο γήινος φόβος θα μπορούσε να ερμηνεύσει παντοιοτρόπως –αν και, πραγματικά, λειτουργούν πάντοτε με αβλάβεια.
Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι απαραίτητο ο δίαυλος να διατηρεί την ανεξαρτησία του από τον δέκτη στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και να νιώθει ελεύθερος να μεταφέρει τα μηνύματα και τις ενέργειες αυτούσιες, χωρίς να επηρεάζεται από οποιαδήποτε συναισθηματική, οικονομική ή άλλη δέσμευση.
Σε γενικές γραμμές, κατά την αρχική περίοδο της εσωτερικής επικοινωνίας το υποκείμενο-δίαυλος αντιλαμβάνεται την πηγή της ενέργειας ως κάτι πέρα από τον εαυτό, κάτι «άλλο» με το οποίο συνδιαλλάσσεται και το οποίο μπορεί να του φέρει όχι λίγες δοκιμασίες και προκλήσεις, λειτουργώντας ως ένας εσωτερικός δάσκαλος. Η ανταπόκρισή του σ’ αυτό το «άλλο» είναι ανάλογη με τον βαθμό και την ποιότητα της εσωτερικής του εγρήγορσης και η συνεχής επικοινωνία του δίνει την ευκαιρία να τα βελτιώνει διαρκώς. Στη συνέχεια, όσο περισσότερο εμβαθύνει σταδιακά στην ενέργεια αυτού του «άλλου», όσο εξισορροπεί τη διαφορά τάσης ανάμεσά τους και επιλύει τις εντάσεις που προκύπτουν από αυτή την ενεργειακή συνεργασία (και που οφείλονται ουσιαστικά στην ανάδυση άλυτων θεμάτων από το δικό του υποσυνείδητο), ταυτίζεται νοητικά με το «άλλο», κάποτε μέσα από μια συμβολική πράξη ένωσης, και το αναγνωρίζει πολύ φυσικά ως μία όψη του εαυτού του και ως μέρος της ευρύτερης αλήθειας του. Το αποτέλεσμα αυτής της ένωσης θα μπορούσε να ειδωθεί συμβολικά σαν ένα «παιδί» καθώς το υποκείμενο έχει αφομοιώσει την ενέργεια αυτή και αποτελεί πλέον μια νέα και πληρέστερη σύνθεση.
Όλα τα παραπάνω, αν και σαφώς δεν καλύπτουν όλες τις περιπτώσεις συνειδητού διαυλισμού, είναι αρκετά για να βοηθήσουν τον αναγνώστη να σχηματίσει μια αρχική εικόνα για την πραγματικότητα που βιώνει εσωτερικά ο δίαυλος την ώρα της επικοινωνίας. Στη συνέχεια, θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τη διαδικασία που μεσολαβεί ανάμεσα στην ενεργειακή ώση και την εξωτερική της έκφραση, ώστε να γίνει αντιληπτός ο ρόλος των συμβόλων στη διαδικασία του διαυλισμού.
Θα ξεκινήσουμε αυτή την προσπάθεια λέγοντας ότι δεν λογίζεται μηχανισμός του νου χωρίς περιορισμό. Από τη στιγμή που η νοητική ουσία κυμανθεί κάτω από την πίεση της ενέργειας και αρχίσει να μορφοποιείται, εμπίπτει στον ορισμό της μορφής και αρχίζει να διέπεται από τις ιδιότητές της. Η νοητική ουσία μορφοποιείται από την εισερχόμενη ενέργεια και διαμορφώνεται σε αρχετυπικές δομές που όμως στερούνται συγκεκριμένου νοήματος. Η σημασιοδοσία σ’ αυτή την περίπτωση γίνεται από το ασυνείδητο το οποίο αναγνωρίζει στο συμβολικό τις δομές που αντιστοιχούν στην εισερχόμενη ώση. Ο χώρος του ασυνείδητου βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς διαστολής, περιλαμβάνει συνιστώσες χρόνου από διάφορα πεδία και εναντιώνεται σε κάθε τι ‘λογικό’, δηλαδή ακυρώνει τη συνοχή του φαίνεσθαι1. Οι σταθερές του νοητικού πεδίου τείνουν να εγκυτιώνουν την ενέργεια και να δομούν συγκεκριμένες μορφές, ενώ το ασυνείδητο τείνει να την ελευθερώνει. Η αντίθεση αυτή γεννά την πρωταρχική ιδέα/δίπολο του χάους και της τάξης.
Η νοητική ουσία λοιπόν παραλαμβάνει την ενέργεια και δομείται σε αρχετυπικές μορφές που παραμένουν αδρανείς έως ότου πυροδοτηθούν από μια σειρά ενεργειακών ρυθμίσεων. Αυτές οι ενεργειακές ρυθμίσεις γίνονται όταν παύσει ο ανταγωνισμός μεταξύ καλού/κακού και μόνο τότε. Η απελευθέρωση αυτή ελευθερώνει ταυτόχρονα την ουσία της πληροφορίας, οδηγώντας τις αρχετυπικές νοητικές μορφές να συνδεθούν με τις συναφείς ενέργειες του ασυνείδητου και να συνδέσουν την πληροφορία με συγκεκριμένα σύμβολα, είτε αυτά είναι τα γράμματα της αλφαβήτου που σχηματίζουν το λόγο, είτε εικόνες, αισθήσεις κ.λπ.
Με άλλα λόγια, το ασυνείδητο είναι ο μηχανισμός εκείνος που νοηματοδοτεί τους αρχετυπικούς σχηματισμούς του νοητικού πεδίου και τους αποδίδει στον συνειδητό νου ως συμβολικές συνδέσεις. Είναι ακόμα το πεδίο στο οποίο πλέκεται η συγχρονικότητα. Κατά μία εσωτερική περιγραφή, το ασυνείδητο δεν υφίσταται για τις οντότητες που εργάζονται από το πεδίο του καθαρού νου. Αντιλαμβάνονται το πεδίο αυτό με μεγάλη διαύγεια αλλά ισχύει και γι’ αυτές η λειτουργία της συγχρονικότητας, αν και ο βαθμός και οι όροι εμπλοκής είναι πολύ διαφορετικοί.
Ο μηχανισμός αυτός υπόκειται σε μία σειρά νόμων που τον διαφοροποιεί από τον συνειδητό νου, ως εξής:
Ο νόμος της διαρκούς διαστολής. Ο χρόνος δεν έχει αρχή και τέλος και η κατάσταση που χαρακτηρίζει αυτό το πεδίο είναι η διαρκής διαστολή. Το ασυνείδητο αντιστοιχεί στην επίφυση.
Ο νόμος της απώλειας της μορφής. Η είσοδος στο πεδίο του ασυνείδητου συνεπάγεται την απώλεια της μορφής. Συμβολικά, μοιάζει με την επιστροφή στην αγκαλιά της μεγάλης μητέρας χωρίς μνήμη του διαχωρισμού.
Ο νόμος του Ενός. Παρότι υφίστανται οι διαστάσεις του χώρου και του χρόνου σε πολλαπλά επίπεδα, δεν υπάρχει διαφοροποίηση αλλά… Ενικός. Δηλαδή, ό,τι υπάρχει εκεί αναγνωρίζεται ως Εαυτός.
Ο νόμος της Δημοκρατίας. Το πολίτευμα του νοητικού πεδίου είναι η Δημοκρατία. Κανείς δεν κάνει πίσω, όλες οι τάσεις ακούγονται, και τελικά υπερισχύει αυτό στο οποίο υπάρχει η ελάχιστη αντίσταση.
Αντίστοιχα καταλαβαίνουμε ότι η ενεργειακή ώση που δέχεται ο νους αποτυπώνεται σε μια βασική αρχετυπική δομή του ασυνείδητου και στη συνέχεια εκφράζεται στο συνειδητό με σύμβολα, ανάλογα με τις αντιστοιχίσεις που κάνει το ίδιο το ασυνείδητο βάσει της συνάφειας της ενέργειας με την εμπειρία που εκφράζουν αυτά. Αυτό μας φέρνει εντέλει στην προφορική έκφραση της ενέργειας μέσω του διαύλου η οποία, όπως καταλαβαίνουμε τώρα, έχει περάσει απ’ όλη την προηγούμενη διαδικασία.
Μέχρι στιγμής δεν έχουμε αναφερθεί καθόλου στην πηγή της ενεργειακής ώσης και αυτό γιατί είναι ένα μεγάλο θέμα που χρειάζεται ιδιαίτερη ανάπτυξη. Άλλωστε, δικό μας ζητούμενο είναι να κατανοήσουμε καλύτερα τη λειτουργία του διαυλισμού η οποία εκ των πραγμάτων συμβαίνει εντός του υποκειμενικού πεδίου του διαύλου και, άρα, εντός του πλαισίου έκφρασης του DNA του, με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό από φυσικής, μεταφυσικής και παραφυσικής σκοπιάς.
Στη συνέχεια ας δούμε πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε όλα τα παραπάνω στοιχεία του διαυλισμού για την εσωτερική μας διεύρυνση:
Ένα φύσημα, μια καρδιά, ένα δάκρυ.
Τρία σύμβολα. Πάρτε τα και βάλτε τα μαζί και βρείτε τι συμβολίζει αυτό για εσάς.
Όσο και αν προσπαθήσετε δεν θα βρείτε τίποτα αν δεν αφήσετε τον εαυτό σας ελεύθερο. Σίγουρα ο συγκεκριμένος νους σας θα έχει πολλά να πει, και οι ‘λογικές’ αντιστοιχίσεις θα οδηγήσουν σε μια αυθυποβολή που φυσικά θα έχει κάποια αποτελέσματα μέσω του αυτοματισμού που δημιουργεί αλλά θα στερείται βάθους και έμπνευσης.
«Και τι θα κάνω όταν βρω τι σημαίνουν αυτά τα σύμβολα για μένα;» είναι η επόμενη ερώτηση.
Το γεγονός ότι, όπως είδαμε μέχρι τώρα, η διαδικασία αυτή είναι σε ένα βαθμό συνειρμική και συμβολοποιεί τις τάσεις του ασυνείδητου –ανεξάρτητα από το ποια θεωρία επιλέγουμε να υιοθετήσουμε για την πηγή αυτών των τάσεων-, μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους στη μελέτη, την αυτοπαρατήρηση και τη διαχείριση του ενεργειακού δυναμικού του ειλικρινούς αναζητητή, οδηγώντας τον πραγματικά στην αυτογνωσία, αλλά μια αυτογνωσία που περιλαμβάνει όλο του το σύμπαν.
Συνεπώς, η πραγματική αξία του διαυλισμού δεν βρίσκεται στη μεταφορά μηνυμάτων για την «καθοδήγηση» των άλλων, αλλά στο γεγονός ότι μπορούν να εκπαιδευτούν στη μέθοδο αυτή ώστε να μάθουν να αναγνωρίζουν το ενεργειακό τους δυναμικό με τη βοήθεια των συμβόλων και να αναπτύξουν μια διαρκή εσωτερική διαλεκτική διαδικασία, που τελικά θα τους οδηγήσει στην πλήρη έκφραση του «Παιδιού», με άλλα λόγια του Εαυτού.
Πρώτη δημοσίευση: e-journal «Εντελέχεια», Τεύχος 2. Οι αναφορές δημιουργού και δικαιωμάτων διατηρούνται όπως εμφανίζονται στο αρχικό τεύχος.