Οι Διαλογισμοί του Ουράνιου Τόξου

Η Γαλάζια Πολιτεία

Ένα απαλό αεράκι φύσηξε στο δωμάτιο. Τα χαρτιά που έμειναν στο πάτωμα από την τελευταία καλλιτεχνική μας δραστηριότητα, αναδεύτηκαν ελαφρά. Τα μαλλιά της κούκλας στο ράφι ανέμισαν και ο αέρας έριξε χάμω το καπελάκι της.

Μια χρυσαφένια λάμψη φάνηκε από την ανατολική γωνιά, και η ευωδιά ενός κόκκινου τριαντάφυλλου μας γαργάλησε στη μύτη.

Πριν καταλάβουμε καλά – καλά τι μας συμβαίνει, ένας πολύχρωμος σίφουνας κατέβηκε στο κέντρο του δωματίου, παρασέρνοντας ό,τι ελαφρύ υπήρχε τριγύρω. Τα χαρτιά με τις ζωγραφιές, το καπελάκι της κούκλας, ένα χάρτινο αυτοκινητάκι κι ένα πούπουλο περιστεριού που είχε τρυπώσει κρυφά στο δωμάτιο, άρχισαν να στροβιλίζονται κι αυτά και να χορεύουν μαζί με όλα τα χρώματα της ίριδας σε μια τρελή γιορτή.

«Μιλτιάδη!» φωνάξαμε χαρούμενοι

«Ναιαιαι!, Εγώ Είμαι ο Μιλτιάδης!» ακούστηκε μια ενθουσιώδης φωνή από το κέντρο του σίφουνα, που άρχισε να ελαττώνει την ορμή του, ώσπου τελικά απέμεινε μόνο ένας παιχνιδιάρης άγγελος με αναμαλλιασμένα χρώματα, να χαζεύει ξαπλωμένος στο πάτωμα, μια μισοτελειωμένη ζωγραφιά.

- Μμμ ωραία ζωγραφιά, λέει, και γιατί παρακαλώ δεν βάψατε τη θάλασσα και τον ουρανό;

- Τελείωσε η μπλε μπογιά, Μιλτιάδη, απαντάμε αναστενάζοντας. Να, κοίτα, έχουμε πολύ κίτρινο και κόκκινο αλλά καθόλου μπλε.

- Αχά! μάλιστα, κάνει σκεπτικός, νομίζω πως ήρθε η ώρα για το επόμενο ταξίδι! Ελάτε, λοιπόν, ετοιμαστείτε! Και τα μάτια του άστραψαν από χαρά στη σκέψη του ταξιδιού.

Καθίστε ή ξαπλώστε αναπαυτικά και μη σκέφτεστε πια όλα αυτά που σας απασχολούν κάθε μέρα.

Ζητήστε από το νου σας, αυτό το εργατικό αγγελάκι, να κάνει ένα διάλειμμα. Φτιάξτε του μια όμορφη γαλάζια κρεβατοκάμαρα και ζητήστε του να πάρει έναν υπνάκο στο μαλακό κι αφράτο, πουπουλένιο στρώμα που του ετοιμάσατε.

  • Μυαλουδάκι μου, του λέτε, σε παρακαλώ να πέσεις για ύπνο και να ξυπνήσεις μόνο όταν έχω επιστρέψει από το σπουδαίο ταξίδι που έχω να κάνω.

Τώρα λοιπόν που βάλατε το νου σας για ύπνο, θα ετοιμαστούμε για τη μικρή μας περιπέτεια. Βέβαια, σ’ αυτό το ταξίδι δεν θα χρειαστεί να κουραστούμε φτιάχνοντας τις βαλίτσες μας. Αντίθετα, πρέπει να αφήσουμε πίσω όλα όσα κουβαλάμε συνήθως…..τα παιχνιδάκια, τα πορτοφολάκια, τα δαχτυλιδάκια, τις σχολικές σάκες και όλα τα βαριά ρούχα όπως το παλτό, το σκούφο και το κασκόλ που η μαμά επιμένει να φοράμε όταν πηγαίνετε βόλτα. Θα τα βρούμε όλα όταν επιστρέψουμε πίσω. Δεν θα χρειαστούμε ούτε εισιτήρια για το ταξίδι, ούτε κολατσιό. Το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να κρατήσουμε από το χέρι τον φύλακα άγγελό μας που θα μας δείξει το δρόμο για το βασίλειο του Ουράνιου Τόξου. Οι μαμά μπορεί να έρθει μαζί αλλά θα κρατήσει κι αυτή από το χέρι τον φύλακα άγγελό της.

Έτσι λοιπόν, κρατώντας πάντα από το χέρι τον φύλακα άγγελό μας, τον ακολουθούμε στη χώρα του Ουράνιου Τόξου. Οι άγγελοι μας οδηγούν μέσα από ένα από ένα καταπράσινο, ηλιόλουστο λιβάδι σε έναν κρυστάλλινο, γαλάζιο καταρράκτη. Πλησιάζουμε λίγο ακόμα τον καταρράκτη και βλέπουμε το νερό να σκάει με δύναμη στα βράχια σχηματίζοντας ένα σύννεφο από αμέτρητες σταγόνες που ανεβαίνουν στον ουρανό. Ο Ήλιος που λάμπει στον χαρούμενος, φωτίζει το λευκό σύννεφο και με τις ακτίνες του τραβάει πινελιές με όλα τα χρώματα. Το νερό που απομένει, κυλά στο λιβάδι, καταλήγοντας πιο κάτω σε μια όμορφη λιμνούλα.

«Νάμαστε! Καλώς ήρθατε στο βασίλειο του Ουράνιου Τόξου» λέει ο άγγελός μας. Κοντοστεκόμαστε λίγο. Θέλουμε να θαυμάζουμε τα λαμπερά χρώματα πάνω από την καταπράσινη κοιλάδα.

«Ελάτε, πάμε να καβαλήσουμε το Ουράνιο Τόξο!» φωνάζει.

Περιμένουμε να μας πάρει στην αγκαλιά του όπως πάντα, όμως αυτός πετάει μόνος του μπροστά.

«Τι έγινε, μας φωνάζει, ξεχάσατε τα χρυσαφένια σας φτερά;»

Πραγματικά, ξεχάσαμε ότι τώρα πια έχουμε κι εμείς φτερά και μπορούμε να ανεβούμε μόνοι μας στο Ουράνιο Τόξο!!

Μόλις θυμόμαστε τα φτερά μας, αυτά αρχίζουν να ανεμίζουνε στην πλάτη μας, σηκώνοντάς μας ψηλά, όλο και πιο ψηλά μέχρι που, αφού προσπεράσουμε ένα περιστέρι και δυο χελιδόνια, φτάνουμε στον άγγελό μας.

Ω! μα είναι τόσο υπέροχο να έχεις φτερά, κρίμα που δεν μπορούμε να τα φορέσουμε και στη γη, σκεφτόμαστε.

«Είναι τα φτερά της ψυχής σας» απαντά ο άγγελός μας, που, ως συνήθως, άκουσε τις σκέψεις μας.

Στο Ουράνιο Τόξο, μας υποδέχεται ο Μέτατρον.

«Εγώ Είμαι ο Μέτατρον» λέει με ένα μεγάλο χαμόγελο. Τα φωτεινά του χρώματά μας αγκαλιάζουν και μας κάνουν να νιώσουμε βαθιά τη συγκίνησή του να μας συναντά και πάλι στη χώρα του Ουράνιου Τόξου.

«Τα φτερά της ψυχής σας είναι πολύ όμορφα, συνεχίζει ο Μέτατρον. Μπορείτε να τα φοράτε όποτε θέλετε να νιώσετε τη χαρά των αγγέλων και να πετάξετε στο βασίλειο του Ουράνιου Τόξου. Ελάτε όμως, είναι ώρα για το σημερινό ταξίδι στο μπλε μονοπάτι. Ακολουθήστε με.»

Προχωράμε όλοι μαζί προς την μπλε πινελιά, στην άλλη άκρη του ουράνιου τόξου, και τα χρώματα στραφταλίζουν κάτω από τα πόδια μας.

Κι όπως περνάμε από τη μια πινελιά στην άλλη, κλέβουμε λίγο χρόνο για να παίξουμε με τα χρώματα..

Στεκόμαστε στο μενεξεδί και νιώθουμε τη δυνατή δόνησή του να μας ξυπνά για τα καλά.

Κυλιόμαστε στο τριανταφυλλένιο μονοπάτι μέχρι που τα ρούχα και τα μαλλιά μας γεμίζουν ροδοπέταλα.

Στο πορτοκαλί ρουφάμε την ευωδιά της ανθισμένης πορτοκαλιάς και την νιώθουμε να μας γαργαλά σε όλο μας το σώμα..

Το κίτρινο τυλίγεται γύρω μας σαν χρυσαφένιο φως,

και το πράσινο μας λούζει με μια σμαραγδένια βροχή που μας ποτίζει μέχρι το κόκαλο.

«Ελάτε παιδιά! λέει ο Μέτατρον, ας μην αφήνουμε τον οικοδεσπότη μας να περιμένει».

Γυρίζουμε προς τον Μέτατρον και βλέπουμε να στέκεται δίπλα του σιωπηλός ένας ωραίος άγγελος πλασμένος από βασιλικό μπλε φως, τυλιγμένο σε γαλάζιους ανέμους. Είναι πανέμορφος!

«Εγώ Είμαι ο Γαβριήλ, μας λέει, χωρίς να ακούσουμε τη φωνή του. Καλώς ήρθατε στο Μπλε Φως. Σήμερα θα σας ξεναγήσουμε στην Κυανή Πολιτεία, την Πολιτεία του Βαθύ Γαλάζιου.» και μας δείχνει την εικόνα ενός τόπου μακρινού, γαλήνιου, στην κορυφή του πιο ψηλού βουνού. «Ακολουθήστε με παρακαλώ».

Το βαθύ λουλακί μονοπάτι κάτω από τα πόδια μας, γίνεται τουρκουάζ και γαλαζοπράσινο Κυκλάδων. Γέλια και φωνές ακούγονται από τις παραλίες. Πετούμε χαμηλά πάνω από το νερό και βλέπουμε την επιφάνειά του να σχηματίζει μικρούς ομόκεντρους κύκλους καθώς την αγγίζουμε ελαφρά με τα ακροδάχτυλα των ποδιών μας.

Σιγά - σιγά το μονοπάτι μας αλλάζει σε ασημί-γαλάζιο του βράχου. Σηκώνουμε τα μάτια να δούμε που θα μας βγάλει, μα η κορφή του χάνεται ψηλά στον ουρανό.

«Θα περπατήσουμε μέχρι την κορυφή, λέει ο Γαβριήλ. Ελάτε, δεν είναι τόσο δύσκολο όσο νομίζετε»

Πράγματι, έτσι ελαφριοί που είμαστε, το ανέβασμα στο βουνό είναι παιχνιδάκι.

Τώρα πια δεν ακούγεται κανένας από τους θορύβους του κόσμου. Μοναχά μερικά κελαηδίσματα φτάνουν, απ’ τα κλαδιά των λιγοστών δέντρων στις σχισμές του βράχου. Μέχρι που δεν υπάρχουν πια ούτε δέντρα, ούτε πουλιά, παρά μόνο βράχος και ουρανός.

Συνεχίζουμε την ανάβαση στην κορυφή του ασημογάλανου βουνού, μέσα σε απόλυτη σιωπή. Μόνη συντροφιά της παρέας μας ένας λευκός αετός να κάνει κύκλους πάνω από τα κεφάλια μας, στο βαθύ γαλάζιο του ουρανού, πιο πάνω ακόμα και από τα μοναχικά λευκά συννεφάκια.

Λίγα μέτρα μας μένουν ακόμα και να, φτάνουμε στην κορυφή!

«Ελάτε λοιπόν να σας ξεναγήσω στη Γαλάζια Πολιτεία!» μιλάει στη σκέψη μας ο Γαβριήλ. Και, από την κορυφή που βρισκόμαστε, μας δείχνει την υπέροχη Πολιτεία.

Μια λουλακί θάλασσα κυκλώνει τα βουνά, που άλλοτε είναι ασημογάλανα κι άλλοτε παίρνουν το γαλάζιο του διάφανου πάγου.

Εδώ κι εκεί, λιγοστά φυλλώματα ξεπροβάλλουν από τις σχισμές του βράχου. Γαλάζια φυλλώματα που αστράφτουν σα σμαραγδένιες σπίθες κάτω από τις χρυσαφένιες ακτίνες του ήλιου.

Στην πλαγιά ενός από τα ασημογάλανα βουνά, κάτω από το βαθύ μπλε του ουρανό, απλώνεται μια πόλη φτιαγμένη από μπλε, διάφανο κρύσταλλο. Έναν κρύσταλλο ασυνήθιστο, γιατί δεν αντανακλά τις χρυσαφένιες ακτίνες του Ήλιου που πέφτουν επάνω του, αντίθετα, συγκεντρώνει όλο το φως στο κέντρο του, σε μια βαθιά λουλακί φλόγα.

Οι άμορφοι άγγελοι, που μοιάζουν με απαλό γαλάζιο αεράκι, μεταφέρουν μικρές λουλακί φλόγες σε όλη τη Γη.

Παίρνουμε μερικές βαθιές ανάσες κι αφήνουμε το γαλάζιο φως να μας αγκαλιάσει Αναπνέουμε στο γαλάζιο φως κι όλα ησυχάζουν. Ένα γαλάζιο αεράκι χαϊδεύει την καρδιά μας και τη γαργαλάει, απαλύνοντας όλα όσα νιώθουμε. Κατόπιν, τρυπώνει στην αίθουσα του νου και στρογγυλεύει όλες εκείνες τις γωνίες που έκαναν τη σκέψη μας να σκοντάφτει. Τέλος, απλώνεται σε όλο μας το σώμα και το κάνει διάφανο γαλάζιο, μέχρι που γλιστράει μέσα από τα πόδια μας και χάνεται στον ασημί-γαλάζιο βράχο. Ακόμα και τα χρυσαφένια μας φτερά , ανάδευσε το γαλάζιο αεράκι, τα έκανε αφράτα, χρυσαφένια σύννεφα.

Ο Μέτατρον και ο Γαβριήλ μας καλούν κοντά τους με το βλέμμα. Ο Γαβριήλ πλησιάζει και μας φοράει ένα περιδέραιο από βαθυγάλανους, διάφανους κρυστάλλους, περασμένους σε χρυσή κλωστή.

Οι κρύσταλλοι αγγίζουν το λαιμό μας και νιώθουμε τη φρέσκια, δροσερή τους ενέργεια. Σιγά – σιγά, το περιδέραιο αρχίζει να βυθίζεται στον λαιμό μας και να γίνεται ένα μ’ αυτόν, ενώ οι μπλε κρύσταλλοι λάμπουν όλο και περισσότερο.

Το βαθύ γαλάζιο φως τους έχει γίνει ένα με τον λαιμό μας και μας γαργαλά παιχνιδιάρικα. Και η χρυσαφένια κλωστή γίνηκε χορδή χρυσαφένιας άρπας που ενώνει τον λαιμό με την καρδιά. Μια χορδή που μπορεί να παίξει όλες τις νότες και να τραγουδήσει όλες τις μελωδίες του κόσμου.

Το γαργάλημα στο λαιμό έχει γίνει πολύ περίεργο πια. Κοιτούμε με απορία τον Γαβριήλ, που χαμογελάει γλυκά.

«Αυτό σημαίνει πως ήρθε η ώρα να μιλήσετε η καρδιά» μας απαντά.

Και είναι τόσο αληθινό! Ανοίγουμε το στόμα μας και αφήνουμε να κυλήσουν όλα αυτά που κρύβαμε στο μαγικό χρυσό κουτάκι μας τόσο καιρό. Τα συναισθήματα, οι εικόνες, τα δώρα που κρύβαμε στις σκοτεινές γωνιές της καρδιάς μας, μαζί με το ίδιο το σκοτάδι, που τώρα λάμπει από ευτυχία κι αγάπη. Οι χτύποι της καρδιάς, τα φτερουγίσματα των αγγέλων, τα χρωματιστά κύματα, ένας χείμαρρος όλα, που κυλά απ’ τη χρυσή χορδή και σκάει ορμητικά πάνω στους μπλε διάφανους κρυστάλλους, για να θρυμματιστεί σε άπειρες νότες, κρυστάλλινους ήχους που αντηχούν τη σοφία της καρδιάς στα πέρατα της οικουμένης.

Ο Μέτατρον και ο Γαβριήλ μας παρακολουθούν σιωπηλά κι ακούνε όλα τα λόγια της καρδιάς μας. Ο Γαβριήλ μας πλησιάζει και πάλι. Απλώνει το χέρι του και μας αγγίζει στην καρδιά. Ένα κομμάτι γαλάζιου ουρανού φωτίζει τώρα το μαγικό χρυσό κουτάκι.

«Ελάτε παιδιά, μας φωνάζει σιωπηλά με μάτια γεμάτα αγάπη. Δε τέλειωσε ακόμα το ταξίδι σας! Ήρθε η ώρα της μεγάλης βουτιάς!»

Κοιταζόμαστε μεταξύ μας γεμάτοι απορία, ανυπόμονοι στην υπόσχεση της χαράς. Μια μεγάλη βουτιά! Τι ωραία ιδέα! Ακολουθούμε τον Γαβριήλ και τον Μέτατρον στην κορυφή του ψηλότερου βουνού. Μια πελώρια πράσινη τσουλήθρα ξεκινάει από κει και, καθώς στριφογυρίζει προς τα κάτω για να χαθεί ανάμεσα στα σύννεφα.

«Εμπρός λοιπόν! Τι περιμένετε;» μας λέει με ένα τεράστιο χαμόγελο. Και πριν ολοκληρώσει τη φράση του, τρέχουμε όλο χαρά στην τσουλήθρα.

«Γεια σας αγαπημένοι μου, φωνάζει Θα ειδωθούμε σύντομα πάλι»

«Γεια σου Γαβριήλ, γεια σου Μέτατρον, ευχαριστούμε πολύ» απαντάμε, ενώ δίνουμε μια κι αρχίζουμε να γλιστράμε στην πελώρια τσουλήθρα .

«Θα γυρίσουμε σύντομααααα».

Η τσουλήθρα στριφογυρίζει σαν μαγική δίνη στο βαθυγάλανο ουρανό κι εμείς γλιστράμε με όλο μας το βάρος μέσα στην αγκαλιά της, μέχρι να βυθιστούμε στα πρώτα σύννεφα.

Και τότε βλέπουμε ότι η τσουλήθρα έχει τελειώσει κι εμείς με φόρα πεταγόμαστε στον αέρα κι αρχίζουμε να πέφτουμε προς τα κάτω.

Είναι τόσο όμορφη η γη από ψηλά…. κι εμείς πέφτουμε……και πέφτουμε….

Θέλουμε να απολαύσουμε την ελεύθερη πτώση, όπως μας αρέσει. Πότε βουτάμε προς τα κάτω με ταχύτητα, όπως ο αετός που εφορμά στη λεία του και πότε ταλαντευόμαστε απαλά, χρυσαφένια φύλλα στο φθινοπωρινό αεράκι. Η Μητέρα Γη, μας χαμογελά κι ανοίγει διάπλατα την αγκαλιά της για να μας κρατήσει.

Η βελουδένια λουλακί ποδιά της Γαίας, στολισμένη με τουρκουάζ κορδέλες, απλώνεται παντού και η βουτιά μας τελειώνει όταν βυθιζόμαστε στη μαλακή, αφράτη αγκαλιά της. Η ταχύτητά μας ελαττώνεται κι αφήνουμε χαλαρό το σώμα μας, να παρασυρθεί στο απέραντο γαλάζιο.

Μερικά δελφίνια μας κυκλώνουν με χάρη και χαμογελούν παιχνιδιάρικα.

«Καλώς ήρθατε καλοί μας φίλοι!» μας λένε τιτιβίζοντας στον υδάτινο παράδεισο.

Ένα δελφίνι μας πλησιάζει περισσότερο και μας χαϊδεύει με το πτερύγιό του, ένα άλλο γαργαλά τη μύτη μας με τη δική του κι ένα τρίτο γλιστρά ανάμεσα από τα πόδια μας και ξαφνικά, βρισκόμαστε καβάλα στην πλάτη του.

Μοιάζουν να είναι φίλοι μας από παλιά και η καρδιά μας πλημμυρίζει από την αγάπη τους. Νιώθουμε ασφαλείς κι ευτυχισμένοι μαζί τους και το βλέμμα τους δείχνει ότι ακούν τους ψιθύρους της καρδιάς μας.

Τώρα τα δελφίνια μας έχουν πάρει στην πλάτη τους και μας οδηγούν μέσα από το απέραντο γαλάζιο σε μια πελώρια θαλάσσια δίνη. Ριχνόμαστε στα ασημογάλανα νερά που στροβιλίζονται χέρι - χέρι με το χρυσαφί του Ήλιου και………. ξεπηδούμε κατευθείαν στο δωμάτιό μας.

Μερικά φύλλα χαρτιού είναι ακόμα σκορπισμένα στο πάτωμα και, πλάι σε μια βρεγμένη πεταλίδα, η ζωγραφιά μας καμαρώνει περήφανα με το ωραιότερο γαλάζιο του κόσμου.

Διαυλισμός από την Άννα Αποστολίδου. Το κείμενο διατίθεται με άδεια Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Παρόμοια Διανομή 4.0 Διεθνές. Κάθε διασκευή πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια ως τέτοια. Η άδεια δεν καλύπτει υλικό τρίτων που επισημαίνεται μέσα στο κείμενο.

Διαυλισμός από την Άννα Αποστολίδου.