E-journal «Εντελέχεια» · Τεύχος 5
Η Αντικειμενική Συνειδητότητα
Ιούνιος 2013
Μετά από μια σειρά επαφών που έφεραν στην επιφάνεια το θέμα της αντικειμενικότητας των πεδίων, αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό λίγο περισσότερο.
Οι επαφές αυτές αφορούσαν ανθρώπους που ζητούσαν εγγυήσεις για την πραγματικότητα της «άλλης πλευράς», όπως ο άστεγος που αν του χαρίσεις ξαφνικά ένα σπίτι θα διστάσει πολύ να το δεχτεί, γιατί απλά δεν μπορεί να πιστέψει στην καλή του τύχη. Γιατί μου φαίνεται ότι ο λόγος που οι άνθρωποι αρνούνται να πιστέψουν σε κάτι «εξωπραγματικό» όπως λένε, δεν είναι ότι πραγματικά είναι βέβαιοι πως αυτό δεν υπάρχει αλλά επειδή φοβούνται πως είτε κάποιος θα τους εκμεταλλευτεί, είτε ότι οι ίδιοι δεν είναι άξιοι ή ικανοί να έρθουν σε επαφή με κάτι πέρα από αυτά που αντιλαμβάνονται οι περιορισμένες αισθήσεις τους.
Η ανάλυση αυτή, που έχει χαρακτήρα μάλλον βιογραφικό, αφού στηρίζεται στην προσωπική εμπειρία, γίνεται για να προσθέσουμε ένα ακόμα πετραδάκι στη μελέτη του Εαυτού.
Μπορεί να έχει ήδη χυθεί πολλή μελάνι στην εξήγηση της έννοιας της αντικειμενικότητας, αλλά το να μιλήσουμε για την αντικειμενικότητα των εσωτερικών πεδίων, τα οποία θεωρούνται εκ προοιμίου υποκειμενικά, ακούγεται τόσο παράδοξο –και ουσιαστικά αδύνατο- ώστε αξίζει τον κόπο να το δοκιμάσουμε.
Δεν αξίζει τον κόπο, αντίθετα, να αναλωθούμε σε μακρηγορίες αναφορικά με την επιστημονική προσέγγιση του θέματος. Είναι βέβαιο πως ο αναγνώστης μπορεί να βρει ένα μεγάλο όγκο εξειδικευμένης βιβλιογραφίας και ότι οι επιστήμονες καταβάλλουν κάθε φιλότιμη προσπάθεια για να διαφυλάξουν την επιστημονικότητα των ερευνών τους. Έτσι, θα προχωρήσουμε.
Η συνήθης άποψη του μέσου ανθρώπου είναι ότι αντικειμενικό ή ‘πραγματικό’ είναι αυτό που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις του: αυτό που πιάνουν τα χέρια του, βλέπουν τα μάτια του και ακούν τα αυτιά του. «Πραγματικό, σκέφτεται, είναι αυτό που μπορούμε να δούμε όλοι ταυτόχρονα, να ακούσουμε, να αγγίξουμε, να γευτούμε.» Οι μικρές διαφορές στην αντίληψη που σχηματίζει ο καθένας μας για αυτό το αντικείμενο είναι αμελητέες μπροστά στο εκκωφαντικό γεγονός ότι μπορούμε να το αντιληφθούμε όλοι, στον ένα ή τον άλλο βαθμό. Και το γεγονός ότι το αντιλαμβανόμαστε όλοι στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος -και μάλιστα ότι φαίνεται να υπάρχει ανεξάρτητα από τη δική μας συνείδηση και τον τρόπο που το αντιλαμβανόμαστε-, αποτελεί απόδειξη ότι αυτό το αντικείμενο ΥΠΑΡΧΕΙ!»
Με άλλα λόγια, η συνήθης αντίληψη της αντι-κειμενικότητας συνδέεται με αυτή της πραγματικότητας και στηρίζεται στη μαρτυρία των αισθήσεων για κάτι που καταλαμβάνει (ή συμβαίνει σε) μέρος της διάστασης του χώρου και σε χρόνο που συμπίπτει με τον δικό τους.
Δηλαδή, η μαρτυρία των αισθήσεων του υποκειμένου, είναι ουσιαστικά ο τελικός κριτής για το αν κάτι υπάρχει πραγματικά ανεξάρτητα από το ίδιο το υποκείμενο (ή, για την ακρίβεια, ανεξάρτητα από τη συνείδηση του υποκειμένου).
Στην εσωτερική διδασκαλία, συχνά γίνεται μεγάλη συζήτηση αναφορικά με την ύπαρξη των εσωτερικών πεδίων. Άλλωστε, αποτελεί χαρακτηριστικό του ανθρώπινου νου να αμφιβάλει για οτιδήποτε δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί από έναν άλλο νου.
Κανένας όμως μέχρι σήμερα δεν αποδέχτηκε την ύπαρξη των εσωτερικών πεδίων επειδή υπήρξε μια ατράνταχτη επιστημονική απόδειξη της ύπαρξής τους. Μάλλον αυτοί που πίστεψαν στην ύπαρξή τους –και είναι πολλοί- το έκαναν επειδή οι ίδιοι κατάφεραν να βρεθούν σε μια κατάσταση συνειδητού διαχωρισμού της συνείδησης σε δύο διακριτές εσωτερικές όψεις / λειτουργίες, όπου το υποκείμενο που βιώνει τον εαυτό του» διαχωρίστηκε σε «υποκείμενο – παρατηρητή» (δηλαδή το μέρος του υποκειμένου που βιώνει τον εαυτό του) και «υποκείμενο - παρατηρούμενο» (δηλαδή το μέρος του υποκειμένου που βιώνεται), με το πρώτο να δίνει μαρτυρία για την αντικειμενικότητα και πραγματικότητα του δεύτερου.
Αυτό που θα μπορούσε να φαντάζει σαν εσωτερικός διχασμός αν συνέβαινε ανεξέλεγκτα, τώρα γίνεται εκούσια και η διαρκής εγρήγορση του ατόμου, η οποία διασφαλίζει τη συνέχεια της συνείδησης, μετατρέπει αυτή τη διαδικασία σε ένα πολύτιμο εργαλείο συνειδητοποίησης και αναγνώρισης της εσωτερικής δυναμικής.
Ουσιαστικά, αυτή η διαδικασία μοιάζει πολύ με την ίδια τη Δημιουργική διαδικασία: το Ένα χωρίζεται στα δύο για να αναγνωρίσει / πραγματώσει (δηλαδή να δώσει πραγματική / αντικειμενική υπόσταση) τον εαυτό του. Είναι ενδιαφέρον ότι η ίδια λειτουργία που αποδίδουν οι άνθρωποι στο Θείο, είναι δική τους λειτουργία και μάλιστα αυτή που τους βοηθά να γνωρίσουν τις βαθύτερες όψεις του εαυτού τους και να αλληλεπιδράσουν με αυτές, αναπτύσσοντας ένα νέο τύπο εσωτερικής διαλεκτικής.
Δυνητικά, αυτή η «Εσωτερική Διαλεκτικής θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε όλες τις περιπτώσεις που χρειάζεται να αναδειχθεί μια νέα ερμηνεία της πραγματικότητας που βιώνει ο Εαυτός, είτε πρόκειται για την εξωτερική πραγματικότητα είτε για εσωτερική.
Και αυτό επειδή, ούτως ή άλλως, η αντίληψη της πραγματικότητας που υιοθετούμε είναι συνάρτηση των αποτελεσμάτων της επεξεργασίας της αισθητήριας πληροφορίας και των εγγραφών/εντυπώσεων που προκύπτουν από την εσωτερική διαλεκτική.
Σε αυτή την περίπτωση δεν έχουμε μία αντικειμενική πραγματικότητα αλλά δύο: την εξωτερική και την εξωτερική ή, με άλλα λόγια, το αντικείμενο μελέτης που βρίσκεται στο εξωτερικό πεδίο/περιβάλλον και το αντικείμενο μελέτης που βρίσκεται στο εσωτερικό πεδίο/περιβάλλον. Η σύνθεση των δύο τύπων πραγματικότητας εκφράζει την πρόθεση του «υποκείμενου - παρατηρητή».
Αυτό που μας επιτρέπει να ορίσουμε την εσωτερική πραγματικότητα ως αντικειμενική είναι ακριβώς το γεγονός που αναφέρθηκε παραπάνω: ο εκούσιος, συνειδητός διαχωρισμός του υποκειμένου από τις εσωτερικές εμπειρίες ή το εσωτερικό περιβάλλον το οποίο πριν αναγνώριζε ως μέρος του εαυτού και βίωνε ως σκέψη / συναίσθημα / κατάσταση ύπαρξης.
Είναι ενδιαφέρον επίσης ότι, αυτό που γίνεται σχετικά εύκολα και ανώδυνα με το συνειδητό διαχωρισμό των λειτουργιών του υποκειμενικού μας κόσμου, θα ήταν αδύνατο να συμβεί στον εξωτερικό κόσμο χωρίς τη μεσολάβηση του ίδιου του θανάτου και της διάλυσης της μορφής.
Για να το θέσουμε διαφορετικά, αν βλέπαμε τα πράγματα από το επίπεδο του μακρόκοσμου, θα διαπιστώναμε ότι η ίδια η γέννηση είναι μια διαδικασία διαχωρισμού στην οποία το συμπαντικό υποκείμενο (όπως εκφράζεται από τον συμπαντικό νου που ενοικεί στο συμπαντικό σώμα) διαχωρίζεται σε δύο ενότητες, δηλαδή στο άτομο / υποκείμενο / παρατηρητή και τον κόσμο / αντικείμενο / παρατηρούμενο λαμβάνοντας την οπτική γωνία ενός συγκεκριμένου φυσικού σώματος που είναι διακριτό από κάθε τι άλλο, για να παρατηρήσει και να βιώσει τα τεκταινόμενα στον Εαυτό Του σαν αντικειμενική πραγματικότητα.
Ο θάνατος πάλι, αναδεικνύεται ως μια (ατομική και κοσμική) φυσική διαδικασία ανασύνθεσης της συνείδησης που είχε κατακερματιστεί, αφού έχει πια ολοκληρώσει το σκοπό της αυτοπαρατήρησης και αυτοαναγνώρισης του συγκεκριμένου αντικειμένου. Τα δύο ξαναγίνονται ένα, μέχρι την επόμενη φορά που η διαρκής μεταβολή της δυναμικής θα το οδηγήσει να διαιρεθεί για να αντικειμενοποιήσει νέους συνδυασμούς.
Η αλήθεια που προκύπτει από αυτή τη διαδικασία (και που, όπως είπαμε παραπάνω, αποτελεί συνάρτηση του αποτελέσματος της επεξεργασίας της αισθητηριακής πληροφορίας και των εντυπώσεων που δημιουργεί η εσωτερική διαλεκτική) είναι αυτή που εγγράφεται στα λεγόμενα Ακασικά Αρχεία ως «πραγματικότητα». Και αυτό ισχύει τόσο στο επίπεδο του μικροπρόσωπου όσο και στο επίπεδο του μακροπρόσωπου.
Βλέπουμε λοιπόν για άλλη μία φορά ότι ο όρος «ζωή» αντιστοιχεί στην κατάσταση συνείδησης που δεν ελέγχει ούτε ελέγχεται από οποιοδήποτε περιορισμό της μορφής. Η ατομική συνείδηση από την άλλη, ελέγχει και ελέγχεται, αυτοπεριορίζεται και απομονώνεται από τον συλλογικό νου βάζοντάς τον μπροστά της και εξετάζοντάς τον ως αντι-κείμενο σε αυτή.
Έτσι, η «ζωή» είναι χαρακτηριστικό του συλλογικού νου αλλά η «συνείδηση» είναι η «ζωή που διαιρείται και παρατηρεί τον εαυτό της» και μπορεί να βρεθεί σε μια μεγάλη κλίμακα μεγεθών, τόσο μεγάλη όσο και το ίδιο το Σύμπαν που αυτοαναλύεται.
Πρώτη δημοσίευση: e-journal «Εντελέχεια», Τεύχος 5. Οι αναφορές δημιουργού και δικαιωμάτων διατηρούνται όπως εμφανίζονται στο αρχικό τεύχος.