E-journal «Εντελέχεια» · Τεύχος 6

Σεξουαλική Μαγεία και Αντικειμενικότητα

Στο προηγούμενο τεύχος μιλήσαμε για την έννοια της αντικειμενικότητας και για το πώς το Ένα (ως Σύμπαν ή ως άνθρωπος) χωρίζεται σε δύο για να πραγματώσει, δηλαδή να δώσει αντικειμενική υπόσταση, στον εαυτό του. Εδώ, θα αναφερθούμε στην αλληλεπίδραση αυτών των δύο Θείων όψεων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, όπως καθρεφτίζεται στη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος και θα δούμε πώς συνδέεται ο συμβολισμός της γενετήσιας πράξης με την ατραπό της Επιστροφής, στην πρακτική που αποκαλείται ‘σεξουαλική μαγεία’.

Το θέμα της σεξουαλικής μαγείας είναι, βέβαια, πολύ μεγάλο για να αναλυθεί στα πλαίσια ενός άρθρου. Έτσι, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι αυτή η παρουσίαση είναι εισαγωγική και αποσπασματική, και έχει σαν σκοπό να δώσει έμφαση σε ορισμένα μόνο ουσιώδη σημεία που θα βοηθήσουν τον ενδιαφερόμενο στην περαιτέρω μελέτη του.

Για χάρη της σαφήνειας και με σκοπό να διευκολυνθεί η κατανόηση του αναγνώστη, παραθέτουμε εδώ ένα σύντομο γλωσσάρι με τους ορισμούς των βασικότερων όρων που χρησιμοποιούνται στο κείμενο:

Σεξουαλικότητα: «το σύνολο των φαινομένων που αναφέρονται στο σεξουαλικό [γενετήσιο] ένστικτο και την ικανοποίησή του.»[1]

Μαγεία: «είναι η Επιστήμη και η Τέχνη του να προκαλείς να συμβεί μια αλλαγή σύμφωνα με το Θέλημά σου. (Επεξήγηση: Είναι το θέλημά μου να ενημερώσω τον κόσμο για ορισμένα γεγονότα που γνωρίζω. Παίρνω, επομένως, τα «μαγικά όπλα», πένα, μελάνι και χαρτί, γράφω «επωδούς» -τις προτάσεις- στη «μαγική γλώσσα», δηλαδή αυτή που είναι κατανοητή από τους ανθρώπους που θέλω να διδάξω. Καλώ «πνεύματα» όπως τυπογράφους, εκδότες, βιβλιοπώλες και ούτω καθεξής, και τους υποχρεώνω να μεταφέρουν το μήνυμά μου στους ανθρώπους. Η σύνθεση και η κατανομή είναι, ως εκ τούτου, μια πράξη ΜΑΓΕΙΑΣ με την οποία προκαλώ την πραγματοποίηση αλλαγών σύμφωνα με το θέλημά μου.)….

Κάθε σκόπιμη πράξη είναι μία μαγική πράξη…..»[2]

Σεξουαλική μαγεία: «είναι η χρήση της σεξουαλικότητας του ατόμου με πρόθεση – κυριολεκτικά «Αγάπη υπό το Θέλημα»- για να προκληθεί μια αλλαγή. Αυτό σημαίνει πολλά περισσότερα από το να κραδαίνεις ράβδους, ραβδάκια, κύπελλα και ρόδα. Η αγαμία, ως συνειδητή απόφαση κάποιου να μην είναι σεξουαλικά ενεργός μπορεί να αποτελεί εξίσου μια πράξη σεξουαλικής μαγείας όπως κάθε τελετουργική πράξη συνουσίας ή αυνανισμού.»[3]

Τελετουργική μαγεία: «ένας κλάδος μαγείας που αναφέρεται επίσης ως ‘υψηλή μαγεία’ και ως ‘πολυμαθής μαγεία’. Είναι ένας γενικός όρος που χρησιμοποιείται στα πλαίσια του Ερμητισμού ή Δυτικού Εσωτερισμού για να συμπεριλάβει ένα ευρύ φάσμα μεγάλων, περίτεχνων και περίπλοκων τελετών μαγείας. Ονομάζεται έτσι επειδή η εργασία της περιλαμβάνει την τελετουργία αλλά και πολλά απαραίτητα εργαλεία για την υποβοήθηση το έργου του πρακτικού. Διαδόθηκε από το Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής και αντλεί από σχολές φιλοσοφικής και αποκρυφιστικής σκέψης όπως η Ερμητική Καμπάλα, η Ενωχιανή μαγεία, το Θέλημα και η μαγεία διάφορων γρημορίων.»[4]

«Υπάρχει ένας μοναδικός πρωτεύων ορισμός για το αντικείμενο κάθε μαγικής Τελετουργίας. Αυτός είναι η ένωση του Μικρόκοσμου με τον Μακρόκοσμο…. ή, στη γλώσσα του Μυστικισμού, η ένωση με τον Θεό…….

Όλες οι άλλες μαγικές Τελετουργίες είναι ειδικές περιπτώσεις αυτής της γενικής αρχής και η μόνη δικαιολογία για να τις κάνει κανείς είναι ότι μερικές φορές συμβαίνει ένα συγκεκριμένο τμήμα του μικρόκοσμου να είναι τόσο αδύναμο, που η ατέλεια των προσμίξεων θα κατέστρεφε τον Μακρόκοσμο του οποίου αποτελεί εικόνα, Είδωλο ή Αντανάκλαση. Για παράδειγμα, ο Θεός είναι υπεράνω του φύλου και επομένως ούτε ο άντρας ούτε η γυναίκα, ως τέτοιοι, θα μπορέσουν να καταλάβουν πλήρως, και πολύ λιγότερο να αντιπροσωπεύσουν, τον Θεό. Επομένως, εναπόκειται στον άντρα μάγο να καλλιεργήσει εκείνες τις θηλυκές αρετές στις οποίες παρουσιάζει έλλειψη, και φυσικά το έργο αυτό θα πρέπει να επιτευχθεί χωρίς να αλλοιώσει τον ανδρισμό του. Κατόπιν, θα είναι αποδεκτό αυτός ο μάγος να επικαλεστεί την Ίσιδα και να ταυτιστεί μαζί της. Αν αποτύχει να το κάνει αυτό, η σύλληψη του Σύμπαντος από μέρους του όταν επιτύχει το Σαμάντι θα στερείται από την ιδέα της μητρότητας. Το αποτέλεσμα θα είναι ο μεταφυσικός και –συνεπακόλουθα - ο ηθικός περιορισμός της Θρησκείας που θα ιδρύσει. Ο Ιουδαϊσμός και ο Ισλαμισμός αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αποτυχίας.»[5]

Μύηση: «εκ του «μυέω, …. (μύω)… μυώ, εισάγω, τινά εις τα μυστήρια, κατηχώ… 2) γενικά, διδάσκω, παιδεύω, κατηχώ.» [6]

Μυστήριο: «…μυστήριον, μυστική ιεροτελεστία / …τα μυστήρια = θρησκευτικαί ιεροτελεστίαι, εκ των οποίων περιφημότεραι ήταν αι εν Ελευσίνι τελούμεναι προς τιμήν της Δήμητρος, τα “Ελευσίνια Μυστήρια”…… 2) παν μυστήριον, παν απόκρυφον πράγμα / μυστική ιστορία ή μυστικόν σύστημα.»[6]

Επιστήμη: «α. η ορθολογική και μεθοδική έρευνα του επιστητού και το σύνολο των συστηματοποιημένων γνώσεων που προέρχονται από αυτή…»[1]

Νόηση: «η ικανότητα του νου να επεξεργάζεται το υλικό που του παρέχουν οι αισθήσεις και να διαμορφώνει τις έννοιες, τους συλλογισμούς και τις κρίσεις.»[1]

Σύμβολο: «αντικείμενο, έμψυχο ον ή αισθητό σημείο, που λόγω της μορφής ή της φύσης του συνδέεται συνειρμικά με μια αφηρημένη συνήθ. έννοια, π.χ. ιδέα, ιδιότητα, κατάσταση κτλ., και με το οποίο παριστάνουμε αυτή την έννοια...»[1]

Αρχέτυπο: «1. Αυτό που χρησιμεύει ως υπόδειγμα, ως πρότυπο………..3. (ψυχ.) σύνολο αναμνήσεων που είναι εγκαθιδρυμένες στη δομή του εγκεφάλου ως πανάρχαιες και στοιχειώδεις εικόνες και που αντανακλούν ιστορικές συλλογικές εμπειρίες του ανθρώπου.»[1]

«[τα αρχέτυπα είναι] «παγκόσμια, αρχαϊκά μοτίβα και εικόνες που προέρχονται από το συλλογικό ασυνείδητο και αποτελούν ψυχικές αντιστοιχίες του ενστίκτου. Είναι αυτόνομες και κρυμμένες μορφές που μεταμορφώνονται όταν εισέλθουν στη συνειδητότητα και λάβουν συγκεκριμένη έκφραση από τα άτομα και την κουλτούρα τους. Όντας ασυνείδητη, η ύπαρξη των αρχετύπων μπορεί μόνο να συναχθεί έμμεσα από την εξέταση της συμπεριφοράς, των εικόνων, της τέχνης, των μύθων, των θρησκειών ή των ονείρων. Είναι κληρονομικά δυναμικά που πραγματώνονται όταν εισέλθουν στην συνειδητότητα ως εικόνες ή εκδηλωθούν στη συμπεριφορά κατά τη διάδραση με τον έξω κόσμο…….

Τα Αρχέτυπα είναι περιεχόμενα του συλλογικού ασυνείδητου. Τα τυπικά αρχέτυπα περιλαμβάνουν την περσόνα, τη σκιά, την άνιμα, τον άνιμους, τη μεγάλη μητέρα, τον σοφό γέροντα, τον ήρωα και τον εαυτό…..

Τα Αρχέτυπα αναπαριστούν μοτίβα συμπεριφοράς και αντίληψης. Τα Αρχέτυπα είναι κοινά θέματα που πηγάζουν από το συλλογικό ασυνείδητο. Εμφανίζονται σε συμβολική μορφή στους μύθους και τα όνειρα. Ζουν βαθιά μέσα σας και έχουν μια ασυνείδητη επιρροή πάνω στη συμπεριφορά και τη στάση σας.»[7]

αιτιατό σώμα/πεδίο: «αυτό το «σώμα», που δεν είναι σώμα ούτε αντικειμενικά ούτε υποκειμενικά, αλλά Μπούντι (Πνευματική Ψυχή),…….. Η Μπούντι μόνη της δε θα μπορούσε να ονομαστεί «Αιτιατό Σώμα», αλλά αποβαίνει τέτοια μόνο ενούμενη με το Μάνας [Νου], την ενσαρκούμενη Οντότητα ή Εγώ.» [8]

«Η Εγωική εκδήλωση παράγεται στην εξατομίκευση. Το αιτιατό σώμα είναι αυτό το περίβλημα της νοητικής ουσίας που σχηματίζεται κατά τη στιγμή της εξατομίκευσης από την επαφή τα ων δύο πυρών. Η δύναμη ή ενέργεια που ξεχύνεται από τα ανώτερα πεδία (η αναπνοή της Μονάδας, αν σας ενδιαφέρει να την πούμε έτσι) παράγει ένα κενό, ή κάτι ανάλογο με μια φυσαλίδα στο κοίλον, και το περίβλημα του αιτιατού σώματος – ο αδιαπέραστος δακτύλιος της κεντρικής Ζωής έχει σχηματιστεί. Μέσα σε αυτό το περίβλημα βρίσκονται τρία άτομα, που έχουν οριστεί ως νοητική μονάδα, μόνιμο αστρικό άτομο και μόνιμο φυσικό άτομο· ανταποκρίνονται ατομικά στην έβδομη αρχή του καθενός από τα τρία πρόσωπα της μικροκοσμικής τριάδας, μιας αντανάκλασης (στους τρεις κόσμους του μικρόκοσμου) των τριών Προσώπων της λογοϊκής Τριάδας. Η Έ.Π. Μπλαβάτσκυ υπαινίσσεται αυτή τη σύνδεση με τον λόγο όταν λέει ότι ο ορατός ήλιος είναι η έβδομη αρχή της όψης του Μπράχμα, το φυσικό μόνιμο άτομο του Λόγου.»[9]

Απάθεια: α-πάθεια, δηλ. χωρίς πάθος. Στη Στωική φιλοσοφία αναφέρεται σε μια κατάσταση του νου όπου κάποιος δεν ενοχλείται από τα πάθη. Σύμφωνα με τους Στωικούς, η απάθεια ήταν μια ποιότητα που χαρακτήριζε τους σοφούς.[4][6]

Λίμπιντο: Ο Sigmund Freud προσδιόρισε η λίμπιντο ως ενέργεια, θεωρημένη ως ποσοτικό μέγεθος…. εκείνων των ενστίκτων που έχουν να κάνουν με όλα όσα μπορούν να συμπεριληφθούν κάτω από τον τίτλο ‘αγάπη’…..

Σύμφωνα με τον Ελβετό Ψυχίατρο Carl Gustav Jung, η λίμπιντο ορίζεται ως ψυχική ενέργεια. Η διττότητα (αντίθεση) που δημιουργεί την ενέργεια (ή λίμπιντο) της ψυχής, η οποία όπως ισχυρίζεται ο Jung εκφράζεται μόνο μέσω συμβόλων: «Είναι η ενέργεια που εκδηλώνεται στη διαδικασία της ζωής και γίνεται αντιληπτή υποκειμενικά ως αγώνας και επιθυμία.[4]

Τι είναι ουσιαστικά η σεξουαλική μαγεία:

Η σεξουαλική μαγεία είναι μια μυητική επιστήμη που συνδυάζει τη νόηση, το συμβολισμό και τη μαγική πράξη, με σκοπό να φέρει τον μυούμενο στον κραδασμό που είναι κατάλληλος για την είσοδό του στα εσωτερικά πεδία που βρίσκονται πέρα από το αιτιατό.

Ο ορισμός αυτός είναι μάλλον σύγχρονος και δεν σχετίζεται τόσο με τις ερμηνείες που έχουν δοθεί σε παλαιότερες εποχές, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, ο στόχος παραμένει ο ίδιος.

Η σεξουαλική μαγεία διαπιστώνει το έρεισμα, τη βάση δηλαδή πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί το οικοδόμημα της περαιτέρω συνεργασίας των θείων όψεων με την ανθρώπινη και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μία πρακτική που θα αποφέρει ιδιοτελή οφέλη στο γήινο πεδίο (αφού άλλωστε δεν εστιάζεται σε αυτό).

Το καθεστώς τρόμου που δημιουργείται από διάφορα δόγματα εναντίον της σεξουαλικής μαγείας, προέρχεται κατά κύριο λόγο από το γεγονός, ότι η έννοια της σεξουαλικής πράξης έχει συνδεθεί με την έννοια της αμαρτίας –χωρίς όμως να είναι φανερό το γιατί- και με απώτερο σκοπό την αποστέρηση του ατόμου από την κύρια πηγή της Ύπαρξής του.

Από την άλλη πλευρά, λόγω της θυμαπάτης που συνδέεται με τη σεξουαλικότητα εν γένει, είναι εξαιρετικά σημαντικό ο μελετητής να έχει επιτύχει πρώτα ένα βαθμό απάθειας που θα τον βοηθήσει να διατηρήσει μια απροκατάληπτη και πλήρως αποστασιοποιημένη στάση στην έρευνά του.

Η αναφορά στη σεξουαλικότητα εδώ υποδηλώνει τη γενετήσια ορμή και διάθεση, όπως γίνεται σαφής κατά τη σεξουαλική πράξη. Συγκεκριμένα, αναφέρεται στην έκφραση αυτής της γενετήσιας ορμής που είναι ιδιαίτερη και μοναδική για κάθε άνθρωπο, όσο και αν περιορίζεται από τα ταμπού της εκάστοτε εποχής. Όμως, ενώ ο όρος αυτός ίσως αρκετός για να περιγράψει τον τρόπο έκφρασης της γενετήσιας ορμής του ατόμου στο φυσικό πεδίο, δεν επαρκεί όταν ζητήσουμε να δούμε την ανάλογη έκφραση στα εσωτερικά πεδία. Και αυτό συμβαίνει διότι η εσωτερική πραγματικότητα των πεδίων στα οποία αναφερόμαστε, βρίσκεται πέρα από τη συνήθη νόηση και άρα είναι αδύνατο να συλληφθεί και να διατυπωθεί με ακρίβεια στα πλαίσια του γήινου τρόπου αντίληψης. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος για τον οποίο τόσοι αποκρυφιστές στο παρελθόν προτίμησαν το όχημα της αλληγορίας για να μιλήσουν γι’ αυτή τη μεγάλη αλήθεια: όταν πρόκειται για πεδία ύπαρξης τόσο απομακρυσμένα δονητικά από τον τρόπο της τρισδιάστατης αντίληψης, η φαντασία είναι, ίσως, το πιο σημαντικό και ικανό εργαλείο σύλληψης του υπερβατικού νοήματος.

Ας δούμε τώρα πώς θα μπορέσουμε να αναλύσουμε τη θέση που διατυπώσαμε παραπάνω:

Η εκηβόλος Φαντασία

Η Φαντασία είναι το εργαλείο της Νόησης που έχει τη δυνατότητα να υπερβαίνει τους εγγενείς περιορισμούς της τελευταίας και να γίνεται δέκτης των εντυπώσεων που προκαλεί η κίνηση της ενέργειας στα ανώτερα πεδία. Αυτό συμβολίζεται από την ταχύτητα με την οποία ο δίσκος του δισκοβόλου εκσφενδονίζεται από το χέρι του, υπερβαίνοντας, όταν ελευθερωθεί, την κεντρομόλο δύναμη που τον περιόριζε. Τα εργαλεία της Νόησης είναι πολλά, όμως στη Φαντασία βρίσκεται η δύναμη προσέγγισης των ύψιστων δονήσεων - αρκεί αυτή να μην δεσμεύεται από το κράτημα, τις προτιμήσεις, της προσωπικότητας. Δεν μπορούμε λοιπόν να τονίσουμε αρκετά το πόσο σημαντικό είναι να βρίσκεται κανείς σε επαφή με την ικανότητα της Φαντασίας και να είναι σε θέση να αποκωδικοποιεί όσα συλλαμβάνει, σε πολλαπλά επίπεδα.

Ένα άλλο στοιχείο της αλήθειας που συλλαμβάνεται με τη Φαντασία είναι η διαθεσιμότητά της προς μετάλλαξη και τροποποίηση. Αυτό που συλλαμβάνει η Φαντασία δεν φέρει, τουλάχιστον αρχικά, το κύρος μιας αποδεδειγμένης θεωρίας. Αντίθετα, μοιάζει με την φλόγα που τρεμοσβήνει, αβέβαιη και η ίδια για την ύπαρξή της. Διαπιστώνει κανείς ότι η αμφιβολία που συνοδεύει τη φανταστική σύλληψη δεν αφορά το πόσο πραγματική είναι στο φυσικό πεδίο (αφού το υποκείμενο αναγνωρίζει ότι αυτή δεν υπάρχει εξωτερικά), αλλά περισσότερο αφορά την αβεβαιότητα της καταλληλότητάς της, δηλαδή αν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή (έστω πειραματικά) και να ενταχθεί στο γενικότερο πλαίσιο σκέψης του ατόμου.

Το ερώτημα που προκύπτει φυσικά από τα παραπάνω είναι: «Μπορεί η αλήθεια να υπόκειται σε μεταβολές και τροποποιήσεις; Μπορεί ποτέ η αλήθεια να είναι αβέβαιη για τον εαυτό της;» Και όμως, όσο και αν αυτό εξακολουθεί να ξενίζει κάποιους, στο επίπεδο όπου η αντίληψη δεν περιορίζεται από την πλάνη των φυσικών αισθήσεων τα πάντα είναι αληθινά, η αλήθεια που συλλαμβάνεται με τη Φαντασία δεν είναι παρά μία εισήγηση της εν δυνάμει πραγματικότητας και μένει στο υποκείμενο να επιλέξει αν θέλει αληθινά να τη δει να υλοποιείται στο παρόν χωροχρονικό πλαίσιό του.

Έτσι, η σύλληψη της Φαντασίας είναι μία εισήγηση υλοποίησης μέρους του ακόμα ανεκδήλωτου δυναμικού, κάτι που συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της δημιουργίας.

Η Σεξουαλική Μαγεία ως Μυητική επιστήμη

Αν λάβουμε υπόψη ότι η σεξουαλική πράξη συνδέεται με τον μέγιστο βαθμό έκφρασης της ικανότητας της δημιουργίας στο φυσικό πεδίο, δηλαδή τη σύλληψη και τη γέννηση, γίνεται εύκολα κατανοητή η συμβολική της έννοια σε ό,τι αφορά την αντίστοιχη έκφραση της δημιουργικότητας στα εσωτερικά πεδία. Αυτό όμως που δεν γίνεται αντιληπτό με την πρώτη ματιά, είναι η μυητική χροιά της συμβολικής σεξουαλικής πράξης, καθώς επίσης και το γεγονός ότι αποτελεί από μόνη της έναν σημαντικό πυρήνα κοινωνικοποίησης.

Ας τα δούμε ένα – ένα, ξεχωριστά:

Η σεξουαλική πράξη ως τελετουργικό στοιχείο:

Στην τελετουργική μαγεία, η θέληση για την επίτευξη του σκοπού, εκφράζεται μέσα από τη χρήση συγκεκριμένων αντικειμένων, ενσυνείδητων κινήσεων και λόγου. Μια αναλογία αυτής της σύνθεσης βρίσκουμε σε κάθε απόλυτα συνειδητή πράξη που κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή, μόνο που στην τελετουργική μαγεία οι πράξεις είναι συμβολικές, έχουν χαρακτήρα αναπαράστασης, γίνονται σε κατάσταση διαλογισμού και χαρακτηρίζονται από ρυθμό - θα μπορούσαμε να δούμε ένα τελετουργικό τυπικό ως ένα ‘διαλογισμό εν κινήσει’ ή ως μία ‘διαλογιστική χορογραφία’.

Η τελετουργική σεξουαλική μαγεία στην οποία αναφερόμαστε εδώ είναι επίσης συμβολική αν και, όπως κάθε τι άλλο, μπορεί δυνητικά να πάρει τόσες μορφές όσοι και οι βαθμοί ψυχικής ωριμότητας και κατανόησης του ατόμου: σε κάποιες εσωτερικές σχολές και πρακτικές εμπλέκει την πραγματική συνεύρεση στο φυσικό πεδίο και αποβλέπει στη χρήση της κινούμενης σεξουαλικής ενέργειας με σκοπό την πνευματική εξέλιξη του ατόμου, σε άλλες έχει κατώτερες βλέψεις, σε άλλες πάλι μπορεί να έχει εντελώς συμβολικό χαρακτήρα και ο εσωτερικός σκοπός να εξυπηρετείται από τη χρήση ανάλογων συμβολισμών. Επίσης, αφορά ποικίλες εκφράσεις της σεξουαλικότητας του ανθρώπου, ενώ κάθε μία από αυτές τις εκφράσεις συνδέεται συμβολικά με συγκεκριμένα εσωτερικά πεδία και επιγνώσεις.

Η πρακτική αυτή έχει τις ρίζες της βαθιά στο χρόνο και μπορεί να βρεθεί στις Ανατολικές παραδόσεις της Τάντρα καθώς και σε αποκρυφιστικές διδασκαλίες της Δύσης όπως αυτές του Paschal Beverly Randolph, της Ida Craddock, του Aleister Crowley και του Ordo Templi Orientis, καθώς και των Arnold Krumm-Heller και Samael Aun Weor.

Οι συμβολισμοί που χρησιμοποιούνται στη σεξουαλική μαγεία, ανάγονται στις αντιστοιχίες του Καμπαλιστικού Δέντρου της Ζωής, όπως έχουν διαμορφωθεί στη δυτική αποκρυφιστική παράδοση.

Στην περίπτωσή μας, εστιαζόμαστε στη συμβολική σεξουαλική μαγεία, δηλαδή τη χρήση του σεξουαλικού συμβολισμού ως στοιχείου ενεργοποίησης εσωτερικών διεργασιών που αποβλέπουν στην εξισορρόπηση και σύνθεση των πολλαπλών πτυχών του Εαυτού.

Η γενετήσια πράξη ως πυρήνας κοινωνικοποίησης:

Αν ο βασικός πυρήνας της κοινωνίας είναι η οικογένεια, τότε η γενετήσια πράξη είναι η βασικότερη πράξη κοινωνικότητας. Το γεγονός ότι ορισμένα δόγματα θεωρούν τη σεξουαλικότητα ως θέμα-ταμπού και την επενδύουν με ένα σύνολο περιοριστικών αρχών /εντολών, σχετίζεται με την ανάγκη ελέγχου και κυριαρχίας πάνω στη μάζα των ‘πιστών’ τους, αφού με τον τρόπο αυτό ελέγχουν, ουσιαστικά, την ίδια την κοινωνική δομή.

Ακόμα και σήμερα, δεκαετίες μετά την επανάσταση του ’60, το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του πλανήτη καταδυναστεύεται (σε συνειδητό ή υποσυνείδητο επίπεδο) από ανάλογους μηχανισμούς. Ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρείται ελεύθερος ένας άνθρωπος (και κατ’ επέκταση μια κοινωνία) και δεν μπορεί να ριζώσει κανενός είδους «επανάσταση συνειδητότητας» αν οι άνθρωποι δεν μπορέσουν να σταθούν με ειλικρίνεια και χωρίς κανενός είδους και βαθμού προκατάληψη και ιδιοτέλεια μπροστά στο πιο απλό γεγονός της ζωής, αυτό της σεξουαλικής τους φύσης και δύναμης.

Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς γιατί θεωρείται σημαντικό αυτό το χαρακτηριστικό της σεξουαλικής φύσης του ανθρώπου στην κατανόηση της σεξουαλικής μαγείας. Η εξήγηση είναι, ότι το ίδιο χαρακτηριστικό που ευθύνεται για τη δημιουργία του βασικού κοινωνικού πυρήνα στο εξωτερικό φυσικό πεδίο, μέσω της συμβολικής/τελετουργικής μαγείας οδηγεί στη δημιουργία του εσωτερικού πυρήνα συνειδητότητας του ατόμου και στη διεύρυνση και ισχυροποίησή του μέσω της σύνθεσης των πολλαπλών πτυχών του Εγώ.

Η σεξουαλική μαγεία ως μυητική επιστήμη:

Η σεξουαλική μαγεία στη συμβολική / τελετουργική της μορφή μπορεί να θεωρηθεί επιστήμη, επειδή βασίζεται σε μια γνώση που είναι οργανωμένη πάνω σε ένα σύστημα αντιστοιχιών και επειδή η συνθετική λειτουργία της μπορεί να επιβεβαιωθεί με ανάλογη παρατήρηση και (κυρίως ψυχαναλυτική) έρευνα.

Επίσης, την αποκαλούμε ‘μυητική’, επειδή εισάγει το άτομο στα υπερβατικά μυστήρια της Ύπαρξης. Για κάθε κατανόηση που κερδίζεται από την ένωση ενός ζεύγους αντιθέτων, ανοίγει μία πύλη σε μια αντίστοιχη εσωτερική διάσταση/πραγματικότητα.

Η σεξουαλική μαγεία αναφέρεται σε μία φυσική πράξη που μέσω της συμβολικής ανάλυσης έχει βρεθεί να εποπτεύει πολύ σημαντικές πτυχές της ανθρώπινης πνευματικότητας και ψυχικής ωριμότητας και, κατά συνέπεια, χρησιμοποιείται ως ‘κλειδί’ των δημιουργικών δυνάμεων, με τον ίδιο τρόπο που η συμβολική τελετουργική μαγική πράξη της βρώσης και της πόσης χρησιμοποιείται ως ‘κλειδί’ της κοινωνίας και της ταύτισης (π.χ. στο τελετουργικό μυστήριο της ‘θείας ευχαριστίας’».

Όμως, παρόλο που και οι δύο πράξεις συμβολίζουν την ένωση/κοινωνία, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι, ενώ η βρώση και η πόση αφορούν στην οικειοποίηση της δύναμης του Ιερού «Άλλου» (σε ένα επίπεδο επίγνωσης που θα μπορούσαμε να αντιστοιχίσουμε στο 1ο -παθητικό, στοματικό- αναπτυξιακό στάδιο κατά Freud), η σεξουαλική πράξη αφορά στην αναγνώριση και ανάληψη της δημιουργικής δύναμης του ιδίου του ατόμου, του Ιερού «Εαυτού», και ο «Άλλος» αναδεικνύεται σε συν-δημιουργό αυτής της αναγνώρισης και σε ισότιμο παράγοντα της νέας σύνθεσης (υποδηλώνοντας, αντίστοιχα, την άφιξη στην ωριμότητα του 5ου, γεννητικού, σταδίου).

Έτσι, αυτή η μαγική πρακτική αναφέρεται κατά κύριο λόγο στη διαλεκτική του Πνεύματος, στην εξισορρόπηση των αντιθέτων και στην εξ’ αυτών σύνθεση μιας νέας πραγματικότητας, η οποία γεννιέται στα εσωτερικά πεδία ως «Ιερό Παιδί», «Εσωτερικό Παιδί» ή «Νέα Συνειδητότητα», για να πάρει το δρόμο της υλοποίησης στο γήινο πεδίο μέσω της κατάλληλης δράσης.

Κάθε ζεύγος αντιθέτων, σε οποιαδήποτε βαθμίδα της κλίμακας αντιστοιχιών και αν βρίσκεται, μπορεί μέσω της εξισορρόπησης και της ένωσης να δώσει ως καρπό μια νέα δημιουργία, που δεν θα είναι απλά το άθροισμα των γονεϊκών παραγόντων αλλά θα φέρει επιπλέον την προστιθέμενη αξία της Σύνθεσης (ακριβώς όπως ένα φυσικό παιδί δεν είναι μοναχά το άθροισμα των γονιδίων του πατέρα του και της μητέρας του αλλά μία ολοκληρωμένη οντότητα με μοναδική ταυτότητα και με τη δυνατότητα να συνεχίσει τη δημιουργική διαδικασία). Αυτό, στην περίπτωση της εσωτερικής πνευματικής εργασίας, έχει ως αποτέλεσμα την αναγνώριση και σύνθεση των όψεων του εαυτού που παρέμεναν επί μακρόν ασύνδετες από το κεντρικό, συνειδητό σύνολο προκαλώντας, όπως θα ήταν αναμενόμενο, διαφόρου βαθμού διαταραχές.

Αν και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η μελέτη του παραπάνω συμβολισμού σε σχέση με τα επίπεδα ωρίμανσης της ψυχικής δομής του ανθρώπου, και της περαιτέρω χρήσης της συμβολικής τελετουργικής μαγείας για σκοπούς θεραπείας και εξισορρόπησης, μια τέτοια ανάλυση θα ξεπερνούσε τα πλαίσια αυτού του άρθρου. Γι’ αυτό το λόγο θα αρκεστούμε, για την ώρα, στη δήλωση ότι η συμβολική τελετουργική μαγεία αποτελεί μια βαθιά προσωπική και ομαδική ψυχαναλυτική και ψυχοθεραπευτική εργασία/μύηση στα μυστήρια του Εαυτού.

Η σεξουαλική μαγεία ως μύηση εισόδου στα πεδία πέραν του αιτιατού

Ας προσπαθήσουμε τώρα να εξετάσουμε την έννοια της πλήρως συνειδητής και γνήσια ηθελημένης χρήσης της συμβολικής / εσωτερικής σεξουαλικής πράξης με σκοπό την επικοινωνία με τις υπερβατικές όψεις του Εαυτού πέραν του αιτιατού.

Ο εαυτός που αντιλαμβανόμαστε είναι ένα τμήμα της συλλογικής Μορφής της Εκδήλωσης, η οποία περιλαμβάνει όχι μόνο κάθε τρισδιάστατη μορφή αλλά επίσης τις μορφές του συναισθηματικού και νοητικού πεδίου και γενικά κάθε διαμορφωμένη σκέψη, συναίσθημα ή τρισδιάστατο αντικείμενο.

Οι ίδιες οι μορφές προέρχονται από το μορφογενετικό / αιτιατό πεδίο, που περιέχει τη ρίζα κάθε μορφής εν είδη αρχετύπου, έτσι ώστε κάθε αρχετυπική ρίζα να βλασταίνει και να δίνει καρπούς (μορφές) ανάλογους του ιδιαίτερου χαρακτήρα της. Το πεδίο αυτό αντικατοπτρίζεται θαυμάσια στη σεφίρα Μπινά / Κατανόηση, που είναι η ρίζα του Νερού στο Καμπαλιστικό Δέντρου της Ζωής, συνδέεται με τον περιοριστικό δακτύλιο του Κρόνου / Χρόνου και τη διαίσθηση, και συμβολίζεται από το κύπελλο, το yoni, τη Vesica Pisces, και άλλα αιδοιϊκά σύμβολα. Η Μπινά είναι η σφαίρα της Μεγάλης Μητέρας της Ζωής όπως προσωποποιείται στις μορφές της Ίσιδας, της Νέφθυος, της Μπάμπαλον, της Μπαβάνι και όλων των εκφράσεων της Σάκτι, της Παρθένου Μαρίας, της Ρέας, της Κυβέλης, της Ήρας, της Αρτέμιδος, και άλλων.

Το αιτιατό πεδίο, που στο μικροκοσμικό επίπεδο αποκαλείται ‘αιτιατό / καρμικό σώμα’, είναι το πεδίο όπου εγγράφονται όλες οι εμπειρίες, οι πράξεις, οι σκέψεις και οι αναμνήσεις που αποκτάει η ψυχή μέσα από τις διάφορες υλικές ενσαρκώσεις της και οι οποίες τελικά αναπαράγονται μέσα από τις νέες μορφές που δημιουργεί. Ωστόσο, όπως είδαμε στο γλωσσάρι, το αιτιατό πεδίο/σώμα είναι επίσης το περίβλημα της νοητικής ουσίας και δημιουργείται κατά τη στιγμή της ένωσης της Buddhi, δηλ. της Πνευματικής Ψυχής, με το Manas, τον νου, την ενσαρκούμενη Οντότητα ή Εγώ.

Η Buddhi όμως, η Πνευματική Ψυχή, συμβολίζεται από τη σεφίρα Χοχμά/Σοφία, τη ρίζα της Φωτιάς, που αφορά το Θείο Θέλημα. Σ’ αυτή τη σφαίρα συναντάμε μορφές όπως ο Θεός Πατέρας, ο Άμουν, ο Θωθ, ο Ουρανός και σύμβολα φαλλικά όπως η ευθεία γραμμή, το yod του τετραγράμματου, ο φαλλός και το lingam. Η Buddhi είναι μια πνοή, το άμορφο όχημα του Άτμαν, που με σκοπό να φωτίσει το Εγώ υψώνεται ως Φωτίζουσα Διάνοια από την Ανατολή του Χοχμά για να εισέλθει στη Δύση της Μπινά. Το Χοχμά είναι η εκδήλωση του Κεθέρ σε θετική δραστηριότητα, η ροή Κοσμικής Ενέργειας που γονιμοποιεί τη Μεγάλη Μητέρα, η άμορφη και αγνή ώθηση για δυναμική δημιουργία.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι στα δύο παραπάνω πεδία/σεφιρόθ έχουμε την πρωταρχική πόλωση, το αρχετυπικό Θετικό και Αρνητικό, Αρσενικό και Θηλυκό, Ενεργητικό και Παθητικό. Αυτοί οι πόλοι όμως δεν στέκουν ανεξάρτητοι και αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον. Ο ένας προσδιορίζεται βάσει του άλλου και βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση η οποία έχει σαν αποτέλεσμα τη διαρκή δημιουργία. Στο αρχετυπικό πεδίο των υπερκόσμιων πεδίων/σεφιρόθ, τα οποία στέκονται πέρα από το χρόνο, η διαδικασία της διαφοροποίησης και της συνεύρεσης είναι διαρκής.

Αυτή η αρχετυπική διαδικασία είναι που εκφράζεται στο ‘Βιβλίου του Νόμου’ με τα λόγια «Ι.29. For I am divided for love's sake, for the chance of  union.» (δηλ. «Γιατί είμαι διχασμένη για χάρη της αγάπης, για την ευκαιρία της ένωσης.»), και αυτή η αρχετυπική συμπεριφορά είναι επίσης που πρέπει να κατανοήσει η ενσαρκωμένη οντότητα, στο μονοπάτι της Επιστροφής. Το ίδιο αρχέτυπο εκφράζεται επίσης στην έννοια του «Μυστικού Γάμου» του Χριστού με την Εκκλησία, μόνο που αυτή η περίπτωση αντιστοιχεί μάλλον στη σχέση των σεφιρόθ Τιφ’ερέθ και Μαλκούθ – άλλωστε, η συνθετική διαδικασία μπορεί και πρέπει να εφαρμοστεί τελικά ανάμεσα σε όλα τα ζεύγη αντιθέτων.

Το γεγονός ότι οι τρεις Ουράνιες, Υπερκόσμιες Σεφιρόθ Κεθέρ, Χοχμά και Μπινά αντιπροσωπεύουν τον αρχετυπικό Μακρόκοσμο και οι υπόλοιπες επτά τον Μικρόκοσμο, μας βοηθά να κατανοήσουμε ακόμα καλύτερα την αναγκαιότητα της χρήσης του διαθέσιμου συμβολισμού, συμπεριλαμβανομένου αυτού που αναφέρεται στη γενετήσια ορμή και λειτουργία:

Θέλουμε να προσεγγίσουμε μία Υπερκόσμια Ευφυΐα (με άλλα λόγια, ένα υπερβατικό πεδίο του ευρύτερου Εαυτού μας) που είναι άμορφη και βρίσκεται έξω από το φυσικό πεδίο, σε μία διάσταση που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσω του φυσικού μηχανισμού μας (δηλαδή μέσω των φυσικών αισθήσεων, των αισθημάτων ή των σκέψεων). Σ’ αυτά τα πλαίσια, η πλησιέστερη αντίληψη που μπορούμε να έχουμε (όχι για την ακριβή φύση αυτής της ευφυίας αλλά για τις προθέσεις της), είναι μέσω των αρχετύπων που εκφράζονται μέσα από τις απειράριθμες μορφές της φυσικής ζωής και εμπειρίας.

Όμως η γλώσσα των αρχετύπων είναι συμβολική και αν θέλουμε να αλληλεπιδράσουμε συνειδητά με αυτή την υπερβατική όψη, χρειάζεται να όχι μόνο να αποκωδικοποιήσουμε αλλά και να μιλήσουμε τη γλώσσα των συμβόλων καθώς επίσης και να ενεργήσουμε συμβολικά προς αυτή την Υπερβατική Ευφυία μέσω της Εσωτερικής Διαλεκτικής, όπως διατυπώθηκε σε αδρές γραμμές στο προηγούμενο τεύχος της «Εντελέχειας», στο άρθρο “Η Αντικειμενική Συνειδητότητα».

Στο σημείο αυτό, αξίζει να θυμηθούμε δύο αρχέτυπα της Αναλυτικής Ψυχολογίας, αυτά της μύησης και της τελετουργίας.

- το αρχέτυπο της μύησης, αναφέρεται στη στιγμή (έναν κυρίως ψυχολογικό χρόνο) κατά την οποία το άτομο εισέρχεται στην ωριμότητα, αποκτά μια νέα αντίληψη για τη φύση των περιστάσεων και των προβλημάτων και κατανοεί ότι είναι δική του ευθύνη να προσπαθήσει να λύσει το δίλημμα. Τυπικά, ο ήρωας λαμβάνει μία κλήση, ένα μήνυμα ή σημάδι ότι θα πρέπει να κάνει κάποια θυσία και να αναλάβει την ευθύνη ‘εμπλοκής’ στο πρόβλημα. Συχνά αρνείται και αμφισβητεί την κλήση και τελικά, κατά τη Μύηση, αποδέχεται την ευθύνη (και άρα τη δύναμη που αυτή συνεπάγεται).

- Το αρχέτυπο της τελετουργίας, από την άλλη πλευρά, αναφέρεται σε μια οργανωμένη τελετουργία που συμπεριλαμβάνει τα επίτιμα μέλη μιας ορισμένης κοινωνίας και έναν Μυημένο. Η τελετή αυτή σηματοδοτεί την είσοδο στον κόσμο των ενηλίκων και άρα την ανάληψη της ευθύνης του εαυτού.

Κατ’ αναλογία, ο μυούμενος της σεξουαλικής μαγείας περνάει σε ένα νέο επίπεδο ωριμότητας. Έχοντας ολοκληρώσει την εικόνα του Υιού μέσα από τη σύνθεση των επιμέρους όψεων του Εγώ, βρίσκεται στην ανάγκη να λύσει το οριστικά το δίλημμα/πρόβλημα, που στην περίπτωσή μας φαίνεται να σχετίζεται με το αρχέτυπο της Πτώσης, όπως αυτό εκφράζεται στον αρχικό διαχωρισμό του Ενός σε δύο αντίθετους πόλους και, στη συνέχεια, του Ενός σε πολλά (με άλλα λόγια, στο διαχωρισμό του Ενός Ολοκληρωμένου Εαυτού στις απειράριθμες πτυχές του).

Το Παιδί έχει ενηλικιωθεί, έχει ωριμάσει, έχει αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του και την ευθύνη των πράξεών του και αναζητά το δρόμο μέσα από τον οποίο θα επιφέρει την τελική λύση του δράματος της διττότητας, κάτι που θα το καταστήσει ικανό να αναλάβει το Θρόνο ως διάδοχος Βασιλιάς. Αναζητά τον δρόμο που θα το οδηγήσει και πάλι από τον αδιαπέραστο δακτύλιο του Οράματος της Θλίψης της διάσπασης (Μπινά) προς το Όραμα του Θεού Πρόσωπο με Πρόσωπο του Χοχμά, μέσα από την εσωτερική εμπειρία της ένωσης του αρχέγονου δίπολου θηλυκού – αρσενικού και την μοναδική, αποκλειστική, αγαπητική σχέση των δύο που κινεί την ενέργεια της Ζωής.

Και η γέφυρα είναι ο Έρωτας.

Η σχέση του Πατέρα και της Μητέρας είναι αρχετυπική. Αν θυμηθούμε ότι τα αρχέτυπα είναι τα ψυχικά αντίστοιχα των ενστίκτων, καταλαβαίνουμε την ισχύ και την ένταση που συνεπάγονται, καθώς και την αδήριτη αναγκαιότητα της έκφρασης του ρεύματος που δημιουργεί η αλληλεπίδρασή τους. Έτσι, έχουμε δύο αρχετυπικές οντότητες αντίθετου χαρακτήρα, που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι η ύψιστη αναλογία της Άνιμα και του Άνιμους. Βρίσκονται σε απόλυτη σύνδεση, δεν υπάρχει διαχωρισμός ή περιορισμός αλλά η ύπαρξη της μίας προσδιορίζει τη φύση της άλλης και η μία υπάρχει για να ικανοποιεί τα αιτήματα της ύπαρξης της άλλης.

Αν και είναι βέβηλο ακόμα και το να σκεφτεί κανείς αυτή τη λέξη ενόσω βρίσκεται στο υπερκόσμιο άβατο, η μόνη ‘αμαρτία’ (με την έννοια της αστοχίας) θα ήταν αυτή της άρνησης της ικανοποίησης των αιτημάτων της Θείας Ύπαρξης (δηλαδή αυτού που στα κατώτερα επίπεδα γίνεται αντιληπτό ως Θείο Θέλημα), τα οποία ανάγονται σε ένα και κύριο αίτημα για Ζωή μέσα σε Αγάπη. Η Μεγάλη Μητέρα υπάρχει για να ικανοποιεί το Θέλημα του Πατέρα ενώ το Θέλημα του Πατέρα είναι η ικανοποίηση της Μεγάλης Μητέρας. Ταυτόχρονα, «Ο Πατέρας βλέπει τον εαυτό Του στη Μητέρα».

Το ρεύμα της Θείας Ζωής/Φωτός, που στα κατώτερα πεδία γίνεται αντιληπτό ως libido, ρέει ακατάπαυστα από τη Χοχμά/Πατέρα στη Μπινά/Μητέρα, γονιμοποιώντας τη με τους σπόρους του Θείου Σχεδίου, που θα γίνουν στη συνέχεια αντιληπτοί μέσω της νόησης με τη μορφή των Θείων Αρχετύπων (αν και στο σημείο εκείνο θα έχουν ήδη τροποποιηθεί σε ένα βαθμό από τις δυνάμεις του μορφογενετικού πεδίου).

Ο Μυημένος/Υιός μέσω της Εσωτερικής Διαλεκτικής, σε μια βαθύτατα εσωτερική συμβολική αναπαράσταση, ταυτίζεται διαδοχικά με το ρόλο της Μεγάλης Μητέρας και, στη συνέχεια, του Πατέρα, μετέχοντας στην αμοιβαία Ροή της Θείας Ζωής μέσα στην Αγάπη. Οι τρόποι συνεύρεσης μεταβάλλονται ανάλογα με την πολικότητα (ή την έλλειψή της) που αντιστοιχεί σε κάθε Θεία Όψη.

Σε ένα επόμενο στάδιο, ολοκληρώνοντας την έσχατη Σύνθεση, θα σταθεί σε ισορροπία πάνω από την έσχατη ‘Γέφυρα’ που ενώνει τον Μακρόκοσμο με τον Μικρόκοσμο, συνειδητοποιώντας ότι ο ίδιος, ως Υιός είναι ταυτόχρονα ο Πατέρας του και η Μητέρα του.

Και, καθώς θα έχει ολοκληρώσει το Μεγάλο Έργο, καθώς δηλαδή θα έχει εκφράσει το πιο περιεκτικό όλων των αρχετύπων, που συγκεντρώνει όλα τα άλλα αρχέτυπα, τα ισορροπεί και τα ενώνει στη διαδικασία της αυτοπραγμάτωσης, θα βρεθεί να κάθεται στο Θρόνο του Ενός Ολοκληρωμένου Εαυτού.

____________

Βιβλιογραφία:

[1] Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ι.Μ. Τριανταφυλλίδη

[2] Magick in Theory and Practice, ch.1, Aleister Crowley

[3] Love under Will: Sexuality, Magic & Liberation, Phil Hine, Chaos International magazine, issue 4, 1988.

[4] English Wikipedia

[5] Magick Book IV : Liber ABA Ch. 1 : The Principles of Ritual]

[6] Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσης Ιωάν. Σταματάκου

[7] Theories of Personality, Fiest J, Friest G, (2009) , New York New York; McGraw-Hill

[8] Βίβλος Αποκρυφισμού, Έ.Π. Μπλαβάτσκυ

[9] Πραγματεία επί του Κοσμικού Πυρός, Αλίκη Μπέιλη

Πρώτη δημοσίευση: e-journal «Εντελέχεια», Τεύχος 6. Οι αναφορές δημιουργού και δικαιωμάτων διατηρούνται όπως εμφανίζονται στο αρχικό τεύχος.